BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ντροπιάζομαι

быть униженным

mortify

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώντροπιάζομαι
εσύντροπιάζεσαι
αυτός/ή/όντροπιάζεται
εμείςντροπιαζόμαστε
εσείςντροπιάζεστε
αυτοί/ές/άντροπιάζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώντροπιάστηκα
εσύντροπιάστηκες
αυτός/ή/όντροπιάστηκε
εμείςντροπιαστήκαμε
εσείςντροπιαστήκατε
αυτοί/ές/άντροπιάστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ντροπιαστώ
εσύθα ντροπιαστείς
αυτός/ή/όθα ντροπιαστεί
εμείςθα ντροπιαστούμε
εσείςθα ντροπιαστείτε
αυτοί/ές/άθα ντροπιαστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώντροπιαζόμουν
εσύντροπιαζόσουν
αυτός/ή/όντροπιαζόταν
εμείςντροπιαζόμαστε
εσείςντοπιαζόσαστε
αυτοί/ές/άντροπιάζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ντροπιάζομαι
εσύθα ντροπιάζεσαι
αυτός/ή/όθα ντροπιάζεται
εμείςθα ντροπιαζόμαστε
εσείςθα ντροπιάζεστε
αυτοί/ές/άθα ντροπιάζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ντροπιαστεί
εσύέχεις ντροπιαστεί
αυτός/ή/όέχει ντροπιαστεί
εμείςέχουμε ντροπιαστεί
εσείςέχετε ντροπιαστεί
αυτοί/ές/άέχουν ντροπιαστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ντροπιαστεί
εσύείχες ντροπιαστεί
αυτός/ή/όείχε ντροπιαστεί
εμείςείχαμε ντροπιαστεί
εσείςείχατε ντροπιαστεί
αυτοί/ές/άείχαν ντροπιαστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ντροπιαστεί
εσύθα έχεις ντροπιαστεί
αυτός/ή/όθα έχει ντροπιαστεί
εμείςθα έχουμε ντροπιαστεί
εσείςθα έχετε ντροπιαστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν ντροπιαστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύντροπιάσου
εσείςντροπιαστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςντροπιάζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ντροπιαστώ
εσύνα ντροπιαστείς
αυτός/ή/όνα ντροπιαστεί
εμείςνα ντροπιαστούμε
εσείςνα ντροπιαστείτε
αυτοί/ές/άνα ντροπιαστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ντροπιάζομαι
εσύνα ντροπιάζεσαι
αυτός/ή/όνα ντροπιάζεται
εμείςνα ντροπιαζόμαστε
εσείςνα ντροπιάζεστε
αυτοί/ές/άνα ντροπιάζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ντροπιαστεί
εσύνα έχεις ντροπιαστεί
αυτός/ή/όνα έχει ντροπιαστεί
εμείςνα έχουμε ντροπιαστεί
εσείςνα έχετε ντροπιαστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν ντροπιαστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ντροπιαστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ντροπιαστώ
εσύθα ντροπιαστείς
αυτός/ή/όθα ντροπιαστεί
εμείςθα ντροπιαστούμε
εσείςθα ντροπιαστείτε
αυτοί/ές/άθα ντροπιαστούν