BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ναυπηγώ

строить, строить корабль

build, construct a ship

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώναυπηγώ
εσύναυπηγείς
αυτός/ή/όναυπηγεί
εμείςναυπηγούμε
εσείςναυπηγείτε
αυτοί/ές/άναυπηγούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώναυπήγησα
εσύναυπήγησες
αυτός/ή/όναυπήγησε
εμείςναυπηγήσαμε
εσείςναυπηγήσατε
αυτοί/ές/άναυπήγησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ναυπηγήσω
εσύθα ναυπηγήσεις
αυτός/ή/όθα ναυπηγήσει
εμείςθα ναυπηγήσουμε
εσείςθα ναυπηγήσετε
αυτοί/ές/άθα ναυπηγήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώναυπηγούσα
εσύναυπηγούσες
αυτός/ή/όναυπηγούσε
εμείςναυπηγούσαμε
εσείςναυπηγούσατε
αυτοί/ές/άναυπηγούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ναυπηγώ
εσύθα ναυπηγείς
αυτός/ή/όθα ναυπηγεί
εμείςθα ναυπηγούμε
εσείςθα ναυπηγείτε
αυτοί/ές/άθα ναυπηγούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ναυπηγήσει
εσύέχεις ναυπηγήσει
αυτός/ή/όέχει ναυπηγήσει
εμείςέχουμε ναυπηγήσει
εσείςέχετε ναυπηγήσει
αυτοί/ές/άέχουν ναυπηγήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ναυπηγήσει
εσύείχες ναυπηγήσει
αυτός/ή/όείχε ναυπηγήσει
εμείςείχαμε ναυπηγήσει
εσείςείχατε ναυπηγήσει
αυτοί/ές/άείχαν ναυπηγήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ναυπηγήσει
εσύθα έχεις ναυπηγήσει
αυτός/ή/όθα έχει ναυπηγήσει
εμείςθα έχουμε ναυπηγήσει
εσείςθα έχετε ναυπηγήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν ναυπηγήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύναυπήγησε
εσείςναυπηγείστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςναυπηγείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ναυπηγήσω
εσύνα ναυπηγήσεις
αυτός/ή/όνα ναυπηγήσει
εμείςνα ναυπηγήσουμε
εσείςνα ναυπηγήσετε
αυτοί/ές/άνα ναυπηγήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ναυπηγώ
εσύνα ναυπηγείς
αυτός/ή/όνα ναυπηγεί
εμείςνα ναυπηγούμε
εσείςνα ναυπηγείτε
αυτοί/ές/άνα ναυπηγούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ναυπηγήσει
εσύνα έχεις ναυπηγήσει
αυτός/ή/όνα έχει ναυπηγήσει
εμείςνα έχουμε ναυπηγήσει
εσείςνα έχετε ναυπηγήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν ναυπηγήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ναυπηγήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ναυπηγώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ναυπηγούσα
εσύθα ναυπηγούσες
αυτός/ή/όθα ναυπηγούσε
εμείςθα ναυπηγούσαμε
εσείςθα ναυπηγούσατε
αυτοί/ές/άθα ναυπηγούσαν