BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

μπογιατίζω

красить, окрашивать, раскрашивать

paint, dye, color

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώμπογιατίζω
εσύμπογιατίζεις
αυτός/ή/όμπογιατίζει
εμείςμπογιατίζουμε
εσείςμπογιατίζετε
αυτοί/ές/άμπογιατίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώμπογιάτισα
εσύμπογιάτισες
αυτός/ή/όμπογιάτισε
εμείςμπογιατίσαμε
εσείςμπογιατίσατε
αυτοί/ές/άμπογιάτισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα μπογιατίσω
εσύθα μπογιατίσεις
αυτός/ή/όθα μπογιατίσει
εμείςθα μπογιατίσουμε
εσείςθα μπογιατίσετε
αυτοί/ές/άθα μπογιατίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώμπογιάτιζα
εσύμπογιάτιζες
αυτός/ή/όμπογιάτιζε
εμείςμπογιατίζαμε
εσείςμπογιατίζατε
αυτοί/ές/άμπογιάτιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα μπογιατίζω
εσύθα μπογιατίζεις
αυτός/ή/όθα μπογιατίζει
εμείςθα μπογιατίζουμε
εσείςθα μπογιατίζετε
αυτοί/ές/άθα μπογιατίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω μπογιατίσει
εσύέχεις μπογιατίσει
αυτός/ή/όέχει μπογιατίσει
εμείςέχουμε μπογιατίσει
εσείςέχετε μπογιατίσει
αυτοί/ές/άέχουν μπογιατίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα μπογιατίσει
εσύείχες μπογιατίσει
αυτός/ή/όείχε μπογιατίσει
εμείςείχαμε μπογιατίσει
εσείςείχατε μπογιατίσει
αυτοί/ές/άείχαν μπογιατίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω μπογιατίσει
εσύθα έχεις μπογιατίσει
αυτός/ή/όθα έχει μπογιατίσει
εμείςθα έχουμε μπογιατίσει
εσείςθα έχετε μπογιατίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν μπογιατίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύμπογιάτισε
εσείςμπογιατίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύμπογιάτιζε
εσείςμπογιατίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα μπογιατίσω
εσύνα μπογιατίσεις
αυτός/ή/όνα μπογιατίσει
εμείςνα μπογιατίσουμε
εσείςνα μπογιατίσετε
αυτοί/ές/άνα μπογιατίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα μπογιατίζω
εσύνα μπογιατίζεις
αυτός/ή/όνα μπογιατίζει
εμείςνα μπογιατίζουμε
εσείςνα μπογιατίζετε
αυτοί/ές/άνα μπογιατίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω μπογιατίσει
εσύνα έχεις μπογιατίσει
αυτός/ή/όνα έχει μπογιατίσει
εμείςνα έχουμε μπογιατίσει
εσείςνα έχετε μπογιατίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν μπογιατίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

μπογιατίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

μπογιατίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα μπογιάτιζα
εσύθα μπογιάτιζες
αυτός/ή/όθα μπογιάτιζε
εμείςθα μπογιατίζαμε
εσείςθα μπογιατίζατε
αυτοί/ές/άθα μπογιάτιζαν