BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

μοσκοβολάω, μοσκοβολώ

благоухать, хорошо пахнуть

be fragrant, smell good

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώμοσκοβολάω, μοσκοβολώ
εσύμοσκοβολάς
αυτός/ή/όμοσκοβολάει, μοσκοβολά
εμείςμοσκοβολάμε, μοσκοβολούμε
εσείςμοσκοβολάτε
αυτοί/ές/άμοσκοβολάνε, μοσκοβολούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώμοσκοβόλησα
εσύμοσκοβόλησες
αυτός/ή/όμοσκοβόλησε
εμείςμοσκοβολήσαμε
εσείςμοσκοβολήσατε
αυτοί/ές/άμοσκοβόλησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα μοσκοβολήσω
εσύθα μοσκοβολήσεις
αυτός/ή/όθα μοσκοβολήσει
εμείςθα μοσκοβολήσουμε
εσείςθα μοσκοβολήσετε
αυτοί/ές/άθα μοσκοβολήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώμοσκοβολούσα
εσύμοσκοβολούσες
αυτός/ή/όμοσκοβολούσε
εμείςμοσκοβολούσαμε
εσείςμοσκοβολούσατε
αυτοί/ές/άμοσκοβολούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα μοσκοβολάω, μοσκοβολώ
εσύθα μοσκοβολάς
αυτός/ή/όθα μοσκοβολάει, μοσκοβολά
εμείςθα μοσκοβολάμε, μοσκοβολούμε
εσείςθα μοσκοβολάτε
αυτοί/ές/άθα μοσκοβολάνε, μοσκοβολούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω μοσκοβολήσει
εσύέχεις μοσκοβολήσει
αυτός/ή/όέχει μοσκοβολήσει
εμείςέχουμε μοσκοβολήσει
εσείςέχετε μοσκοβολήσει
αυτοί/ές/άέχουν μοσκοβολήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα μοσκοβολήσει
εσύείχες μοσκοβολήσει
αυτός/ή/όείχε μοσκοβολήσει
εμείςείχαμε μοσκοβολήσει
εσείςείχατε μοσκοβολήσει
αυτοί/ές/άείχαν μοσκοβολήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω μοσκοβολήσει
εσύθα έχεις μοσκοβολήσει
αυτός/ή/όθα έχει μοσκοβολήσει
εμείςθα έχουμε μοσκοβολήσει
εσείςθα έχετε μοσκοβολήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν μοσκοβολήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύμοσκοβόλησε
εσείςμοσκοβολήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύμοσκοβόλα
εσείςμοσκοβολάτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα μοσκοβολήσω
εσύνα μοσκοβολήσεις
αυτός/ή/όνα μοσκοβολήσει
εμείςνα μοσκοβολήσουμε
εσείςνα μοσκοβολήσετε
αυτοί/ές/άνα μοσκοβολήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα μοσκοβολάω, μοσκοβολώ
εσύνα μοσκοβολάς
αυτός/ή/όνα μοσκοβολάει, μοσκοβολά
εμείςνα μοσκοβολάμε, μοσκοβολούμε
εσείςνα μοσκοβολάτε
αυτοί/ές/άνα μοσκοβολάνε, μοσκοβολούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω μοσκοβολήσει
εσύνα έχεις μοσκοβολήσει
αυτός/ή/όνα έχει μοσκοβολήσει
εμείςνα έχουμε μοσκοβολήσει
εσείςνα έχετε μοσκοβολήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν μοσκοβολήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

μοσκοβολήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

μοσκοβολώντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

μοσκοβολημένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα μοσκοβολούσα
εσύθα μοσκοβολούσες
αυτός/ή/όθα μοσκοβολούσε
εμείςθα μοσκοβολούσαμε
εσείςθα μοσκοβολούσατε
αυτοί/ές/άθα μοσκοβολούσαν