BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

μονολογώ

произносить монолог, говорить с самим собой

soliloquize, talk to oneself

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώμονολογώ
εσύμονολογείς
αυτός/ή/όμονολογεί
εμείςμονολογούμε
εσείςμονολογείτε
αυτοί/ές/άμονολογούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώμονολόγησα
εσύμονολόγησες
αυτός/ή/όμονολόγησε
εμείςμονολογήσαμε
εσείςμονολογήσατε
αυτοί/ές/άμονολόγησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα μονολογήσω
εσύθα μονολογήσεις
αυτός/ή/όθα μονολογήσει
εμείςθα μονολογήσουμε
εσείςθα μονολογήσετε
αυτοί/ές/άθα μονολογήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώμονολογούσα
εσύμονολογούσες
αυτός/ή/όμονολογούσε
εμείςμονολογούσαμε
εσείςμονολογούσατε
αυτοί/ές/άμονολογούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα μονολογώ
εσύθα μονολογείς
αυτός/ή/όθα μονολογεί
εμείςθα μονολογούμε
εσείςθα μονολογείτε
αυτοί/ές/άθα μονολογούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω μονολογήσει
εσύέχεις μονολογήσει
αυτός/ή/όέχει μονολογήσει
εμείςέχουμε μονολογήσει
εσείςέχετε μονολογήσει
αυτοί/ές/άέχουν μονολογήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα μονολογήσει
εσύείχες μονολογήσει
αυτός/ή/όείχε μονολογήσει
εμείςείχαμε μονολογήσει
εσείςείχατε μονολογήσει
αυτοί/ές/άείχαν μονολογήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω μονολογήσει
εσύθα έχεις μονολογήσει
αυτός/ή/όθα έχει μονολογήσει
εμείςθα έχουμε μονολογήσει
εσείςθα έχετε μονολογήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν μονολογήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύμονολόγησε
εσείςμονολογήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςμονολογείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα μονολογήσω
εσύνα μονολογήσεις
αυτός/ή/όνα μονολογήσει
εμείςνα μονολογήσουμε
εσείςνα μονολογήσετε
αυτοί/ές/άνα μονολογήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα μονολογώ
εσύνα μονολογείς
αυτός/ή/όνα μονολογεί
εμείςνα μονολογούμε
εσείςνα μονολογείτε
αυτοί/ές/άνα μονολογούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω μονολογήσει
εσύνα έχεις μονολογήσει
αυτός/ή/όνα έχει μονολογήσει
εμείςνα έχουμε μονολογήσει
εσείςνα έχετε μονολογήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν μονολογήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

μονολογήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

μονολογώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα μονολογούσα
εσύθα μονολογούσες
αυτός/ή/όθα μονολογούσε
εμείςθα μονολογούσαμε
εσείςθα μονολογούσατε
αυτοί/ές/άθα μονολογούσαν