BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

μεσημεριάζω

быть застигнутым полднем

be overtaken by noon

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώμεσημεριάζω
εσύμεσημεριάζεις
αυτός/ή/όμεσημεριάζει
εμείςμεσημεριάζουμε
εσείςμεσημεριάζετε
αυτοί/ές/άμεσημεριάζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώμεσημέριασα
εσύμεσημέριασες
αυτός/ή/όμεσημέριασε
εμείςμεσημεριάσαμε
εσείςμεσημεριάσατε
αυτοί/ές/άμεσημέριασαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα μεσημεριάσω
εσύθα μεσημεριάσεις
αυτός/ή/όθα μεσημεριάσει
εμείςθα μεσημεριάσουμε
εσείςθα μεσημεριάσετε
αυτοί/ές/άθα μεσημεριάσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώμεσημέριαζα
εσύμεσημέριαζες
αυτός/ή/όμεσημέριαζε
εμείςμεσημεριάζαμε
εσείςμεσημεριάζατε
αυτοί/ές/άμεσημέριαζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα μεσημεριάζω
εσύθα μεσημεριάζεις
αυτός/ή/όθα μεσημεριάζει
εμείςθα μεσημεριάζουμε
εσείςθα μεσημεριάζετε
αυτοί/ές/άθα μεσημεριάζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω μεσημεριάσει
εσύέχεις μεσημεριάσει
αυτός/ή/όέχει μεσημεριάσει
εμείςέχουμε μεσημεριάσει
εσείςέχετε μεσημεριάσει
αυτοί/ές/άέχουν μεσημεριάσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα μεσημεριάσει
εσύείχες μεσημεριάσει
αυτός/ή/όείχε μεσημεριάσει
εμείςείχαμε μεσημεριάσει
εσείςείχατε μεσημεριάσει
αυτοί/ές/άείχαν μεσημεριάσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω μεσημεριάσει
εσύθα έχεις μεσημεριάσει
αυτός/ή/όθα έχει μεσημεριάσει
εμείςθα έχουμε μεσημεριάσει
εσείςθα έχετε μεσημεριάσει
αυτοί/ές/άθα έχουν μεσημεριάσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύμεσημέριασε
εσείςμεσημεριάστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύμεσημέριαζε
εσείςμεσημεριάζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα μεσημεριάσω
εσύνα μεσημεριάσεις
αυτός/ή/όνα μεσημεριάσει
εμείςνα μεσημεριάσουμε
εσείςνα μεσημεριάσετε
αυτοί/ές/άνα μεσημεριάσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα μεσημεριάζω
εσύνα μεσημεριάζεις
αυτός/ή/όνα μεσημεριάζει
εμείςνα μεσημεριάζουμε
εσείςνα μεσημεριάζετε
αυτοί/ές/άνα μεσημεριάζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω μεσημεριάσει
εσύνα έχεις μεσημεριάσει
αυτός/ή/όνα έχει μεσημεριάσει
εμείςνα έχουμε μεσημεριάσει
εσείςνα έχετε μεσημεριάσει
αυτοί/ές/άνα έχουν μεσημεριάσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

μεσημεριάσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

μεσημεριάζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα μεσημέριαζα
εσύθα μεσημέριαζες
αυτός/ή/όθα μεσημέριαζε
εμείςθα μεσημεριάζαμε
εσείςθα μεσημεριάζατε
αυτοί/ές/άθα μεσημέριαζαν