BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

μελαγχολώ

хандрить, печалить, дуться

mope, sadden, sulk

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώμελαγχολώ
εσύμελαγχολείς
αυτός/ή/όμελαγχολεί
εμείςμελαγχολούμε
εσείςμελαγχολείτε
αυτοί/ές/άμελαγχολούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώμελαγχόλησα
εσύμελαγχόλησες
αυτός/ή/όμελαγχόλησε
εμείςμελαγχολήσαμε
εσείςμελαγχολήσατε
αυτοί/ές/άμελαγχόλησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα μελαγχολήσω
εσύθα μελαγχολήσεις
αυτός/ή/όθα μελαγχολήσει
εμείςθα μελαγχολήσουμε
εσείςθα μελαγχολήσετε
αυτοί/ές/άθα μελαγχολήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώμελαγχολούσα
εσύμελαγχολούσες
αυτός/ή/όμελαγχολούσε
εμείςμελαγχολούσαμε
εσείςμελαγχολούσατε
αυτοί/ές/άμελαγχολούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα μελαγχολώ
εσύθα μελαγχολείς
αυτός/ή/όθα μελαγχολεί
εμείςθα μελαγχολούμε
εσείςθα μελαγχολείτε
αυτοί/ές/άθα μελαγχολούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω μελαγχολήσει
εσύέχεις μελαγχολήσει
αυτός/ή/όέχει μελαγχολήσει
εμείςέχουμε μελαγχολήσει
εσείςέχετε μελαγχολήσει
αυτοί/ές/άέχουν μελαγχολήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα μελαγχολήσει
εσύείχες μελαγχολήσει
αυτός/ή/όείχε μελαγχολήσει
εμείςείχαμε μελαγχολήσει
εσείςείχατε μελαγχολήσει
αυτοί/ές/άείχαν μελαγχολήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω μελαγχολήσει
εσύθα έχεις μελαγχολήσει
αυτός/ή/όθα έχει μελαγχολήσει
εμείςθα έχουμε μελαγχολήσει
εσείςθα έχετε μελαγχολήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν μελαγχολήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύμελαγχόλησε
εσείςμελαγχολήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςμελαγχολείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα μελαγχολήσω
εσύνα μελαγχολήσεις
αυτός/ή/όνα μελαγχολήσει
εμείςνα μελαγχολήσουμε
εσείςνα μελαγχολήσετε
αυτοί/ές/άνα μελαγχολήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα μελαγχολώ
εσύνα μελαγχολείς
αυτός/ή/όνα μελαγχολεί
εμείςνα μελαγχολούμε
εσείςνα μελαγχολείτε
αυτοί/ές/άνα μελαγχολούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω μελαγχολήσει
εσύνα έχεις μελαγχολήσει
αυτός/ή/όνα έχει μελαγχολήσει
εμείςνα έχουμε μελαγχολήσει
εσείςνα έχετε μελαγχολήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν μελαγχολήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

μελαγχολήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

μελαγχολώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα μελαγχολούσα
εσύθα μελαγχολούσες
αυτός/ή/όθα μελαγχολούσε
εμείςθα μελαγχολούσαμε
εσείςθα μελαγχολούσατε
αυτοί/ές/άθα μελαγχολούσαν