BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

μεγαλοποιώ

преувеличивать, увеличивать

exaggerate, magnify

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώμεγαλοποιώ
εσύμεγαλοποιείς
αυτός/ή/όμεγαλοποιεί
εμείςμεγαλοποιούμε
εσείςμεγαλοποιείτε
αυτοί/ές/άμεγαλοποιούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώμεγαλοποίησα
εσύμεγαλοποίησες
αυτός/ή/όμεγαλοποίησε
εμείςμεγαλοποιήσαμε
εσείςμεγαλοποιήσατε
αυτοί/ές/άμεγαλοποίησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα μεγαλοποιήσω
εσύθα μεγαλοποιήσεις
αυτός/ή/όθα μεγαλοποιήσει
εμείςθα μεγαλοποιήσουμε
εσείςθα μεγαλοποιήσετε
αυτοί/ές/άθα μεγαλοποιήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώμεγαλοποιούσα
εσύμεγαλοποιούσες
αυτός/ή/όμεγαλοποιούσε
εμείςμεγαλοποιούσαμε
εσείςμεγαλοποιούσατε
αυτοί/ές/άμεγαλοποιούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα μεγαλοποιώ
εσύθα μεγαλοποιείς
αυτός/ή/όθα μεγαλοποιεί
εμείςθα μεγαλοποιούμε
εσείςθα μεγαλοποιείτε
αυτοί/ές/άθα μεγαλοποιούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω μεγαλοποιήσει
εσύέχεις μεγαλοποιήσει
αυτός/ή/όέχει μεγαλοποιήσει
εμείςέχουμε μεγαλοποιήσει
εσείςέχετε μεγαλοποιήσει
αυτοί/ές/άέχουν μεγαλοποιήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα μεγαλοποιήσει
εσύείχες μεγαλοποιήσει
αυτός/ή/όείχε μεγαλοποιήσει
εμείςείχαμε μεγαλοποιήσει
εσείςείχατε μεγαλοποιήσει
αυτοί/ές/άείχαν μεγαλοποιήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω μεγαλοποιήσει
εσύθα έχεις μεγαλοποιήσει
αυτός/ή/όθα έχει μεγαλοποιήσει
εμείςθα έχουμε μεγαλοποιήσει
εσείςθα έχετε μεγαλοποιήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν μεγαλοποιήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύμεγαλοποίησε
εσείςμεγαλοποιήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςμεγαλοποιείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα μεγαλοποιήσω
εσύνα μεγαλοποιήσεις
αυτός/ή/όνα μεγαλοποιήσει
εμείςνα μεγαλοποιήσουμε
εσείςνα μεγαλοποιήσετε
αυτοί/ές/άνα μεγαλοποιήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα μεγαλοποιώ
εσύνα μεγαλοποιείς
αυτός/ή/όνα μεγαλοποιεί
εμείςνα μεγαλοποιούμε
εσείςνα μεγαλοποιείτε
αυτοί/ές/άνα μεγαλοποιούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω μεγαλοποιήσει
εσύνα έχεις μεγαλοποιήσει
αυτός/ή/όνα έχει μεγαλοποιήσει
εμείςνα έχουμε μεγαλοποιήσει
εσείςνα έχετε μεγαλοποιήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν μεγαλοποιήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

μεγαλοποιήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

μεγαλοποιώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα μεγαλοποιούσα
εσύθα μεγαλοποιούσες
αυτός/ή/όθα μεγαλοποιούσε
εμείςθα μεγαλοποιούσαμε
εσείςθα μεγαλοποιούσατε
αυτοί/ές/άθα μεγαλοποιούσαν