BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

μαυρίζω

темнеть, загорать

darken, tan

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώμαυρίζω
εσύμαυρίζεις
αυτός/ή/όμαυρίζει
εμείςμαυρίζουμε
εσείςμαυρίζετε
αυτοί/ές/άμαυρίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώμαύρισα
εσύμαύρισες
αυτός/ή/όμαύρισε
εμείςμαυρίσαμε
εσείςμαυρίσατε
αυτοί/ές/άμαύρισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα μαυρίσω
εσύθα μαυρίσεις
αυτός/ή/όθα μαυρίσει
εμείςθα μαυρίσουμε
εσείςθα μαυρίσετε
αυτοί/ές/άθα μαυρίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώμαύριζα
εσύμαύριζες
αυτός/ή/όμαύριζε
εμείςμαυρίζαμε
εσείςμαυρίζατε
αυτοί/ές/άμαύριζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα μαυρίζω
εσύθα μαυρίζεις
αυτός/ή/όθα μαυρίζει
εμείςθα μαυρίζουμε
εσείςθα μαυρίζετε
αυτοί/ές/άθα μαυρίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω μαυρίσει
εσύέχεις μαυρίσει
αυτός/ή/όέχει μαυρίσει
εμείςέχουμε μαυρίσει
εσείςέχετε μαυρίσει
αυτοί/ές/άέχουν μαυρίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα μαυρίσει
εσύείχες μαυρίσει
αυτός/ή/όείχε μαυρίσει
εμείςείχαμε μαυρίσει
εσείςείχατε μαυρίσει
αυτοί/ές/άείχαν μαυρίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω μαυρίσει
εσύθα έχεις μαυρίσει
αυτός/ή/όθα έχει μαυρίσει
εμείςθα έχουμε μαυρίσει
εσείςθα έχετε μαυρίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν μαυρίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύμαύρισε
εσείςμαυρίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύμαύριζε
εσείςμαυρίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα μαυρίσω
εσύνα μαυρίσεις
αυτός/ή/όνα μαυρίσει
εμείςνα μαυρίσουμε
εσείςνα μαυρίσετε
αυτοί/ές/άνα μαυρίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα μαυρίζω
εσύνα μαυρίζεις
αυτός/ή/όνα μαυρίζει
εμείςνα μαυρίζουμε
εσείςνα μαυρίζετε
αυτοί/ές/άνα μαυρίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω μαυρίσει
εσύνα έχεις μαυρίσει
αυτός/ή/όνα έχει μαυρίσει
εμείςνα έχουμε μαυρίσει
εσείςνα έχετε μαυρίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν μαυρίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

μαυρίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

μαυρίζοντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

μαυρισμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα μαύριζα
εσύθα μαύριζες
αυτός/ή/όθα μαύριζε
εμείςθα μαυρίζαμε
εσείςθα μαυρίζατε
αυτοί/ές/άθα μαύριζαν