BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ματώνω

кровоточить

bleed

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώματώνω
εσύματώνεις
αυτός/ή/όματώνει
εμείςματώνουμε
εσείςματώνετε
αυτοί/ές/άματώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώμάτωσα
εσύμάτωσες
αυτός/ή/όμάτωσε
εμείςματώσαμε
εσείςματώσατε
αυτοί/ές/άμάτωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ματώσω
εσύθα ματώσεις
αυτός/ή/όθα ματώσει
εμείςθα ματώσουμε
εσείςθα ματώσετε
αυτοί/ές/άθα ματώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώμάτωνα
εσύμάτωνες
αυτός/ή/όμάτωνε
εμείςματώναμε
εσείςματώνατε
αυτοί/ές/άμάτωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ματώνω
εσύθα ματώνεις
αυτός/ή/όθα ματώνει
εμείςθα ματώνουμε
εσείςθα ματώνετε
αυτοί/ές/άθα ματώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ματώσει
εσύέχεις ματώσει
αυτός/ή/όέχει ματώσει
εμείςέχουμε ματώσει
εσείςέχετε ματώσει
αυτοί/ές/άέχουν ματώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ματώσει
εσύείχες ματώσει
αυτός/ή/όείχε ματώσει
εμείςείχαμε ματώσει
εσείςείχατε ματώσει
αυτοί/ές/άείχαν ματώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ματώσει
εσύθα έχεις ματώσει
αυτός/ή/όθα έχει ματώσει
εμείςθα έχουμε ματώσει
εσείςθα έχετε ματώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν ματώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύμάτωσε
εσείςματώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύμάτωνε
εσείςματώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ματώσω
εσύνα ματώσεις
αυτός/ή/όνα ματώσει
εμείςνα ματώσουμε
εσείςνα ματώσετε
αυτοί/ές/άνα ματώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ματώνω
εσύνα ματώνεις
αυτός/ή/όνα ματώνει
εμείςνα ματώνουμε
εσείςνα ματώνετε
αυτοί/ές/άνα ματώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ματώσει
εσύνα έχεις ματώσει
αυτός/ή/όνα έχει ματώσει
εμείςνα έχουμε ματώσει
εσείςνα έχετε ματώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν ματώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ματώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ματώνοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα μάτωνα
εσύθα μάτωνες
αυτός/ή/όθα μάτωνε
εμείςθα ματώναμε
εσείςθα ματώνατε
αυτοί/ές/άθα μάτωναν