BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

μαστιγώνομαι

подвергаться бичеванию

flagellate

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώμαστιγώνομαι
εσύμαστιγώνεσαι
αυτός/ή/όμαστιγώνεται
εμείςμαστιγωνόμαστε
εσείςμαστιγώνεστε
αυτοί/ές/άμαστιγώνονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώμαστιγώθηκα
εσύμαστιγώθηκες
αυτός/ή/όμαστιγώθηκε
εμείςμαστιγωθήκαμε
εσείςμαστιγωθήκατε
αυτοί/ές/άμαστιγώθηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα μαστιγωθώ
εσύθα μαστιγωθείς
αυτός/ή/όθα μαστιγωθεί
εμείςθα μαστιγωθούμε
εσείςθα μαστιγωθείτε
αυτοί/ές/άθα μαστιγωθούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώμαστιγωνόμουν
εσύμαστιγωνόσουν
αυτός/ή/όμαστιγωνόταν
εμείςμαστιγωνόμαστε
εσείςμαστιγωνόσαστε
αυτοί/ές/άμαστιγώνονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα μαστιγώνομαι
εσύθα μαστιγώνεσαι
αυτός/ή/όθα μαστιγώνεται
εμείςθα μαστιγωνόμαστε
εσείςθα μαστιγώνεστε
αυτοί/ές/άθα μαστιγώνονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω μαστιγωθεί
εσύέχεις μαστιγωθεί
αυτός/ή/όέχει μαστιγωθεί
εμείςέχουμε μαστιγωθεί
εσείςέχετε μαστιγωθεί
αυτοί/ές/άέχουν μαστιγωθεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα μαστιγωθεί
εσύείχες μαστιγωθεί
αυτός/ή/όείχε μαστιγωθεί
εμείςείχαμε μαστιγωθεί
εσείςείχατε μαστιγωθεί
αυτοί/ές/άείχαν μαστιγωθεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω μαστιγωθεί
εσύθα έχεις μαστιγωθεί
αυτός/ή/όθα έχει μαστιγωθεί
εμείςθα έχουμε μαστιγωθεί
εσείςθα έχετε μαστιγωθεί
αυτοί/ές/άθα έχουν μαστιγωθεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύμαστιγώσου
εσείςμαστιγωθείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςμαστιγώνεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα μαστιγωθώ
εσύνα μαστιγωθείς
αυτός/ή/όνα μαστιγωθεί
εμείςνα μαστιγωθούμε
εσείςνα μαστιγωθείτε
αυτοί/ές/άνα μαστιγωθούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα μαστιγώνομαι
εσύνα μαστιγώνεσαι
αυτός/ή/όνα μαστιγώνεται
εμείςνα μαστιγωνόμαστε
εσείςνα μαστιγώνεστε
αυτοί/ές/άνα μαστιγώνονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω μαστιγωθεί
εσύνα έχεις μαστιγωθεί
αυτός/ή/όνα έχει μαστιγωθεί
εμείςνα έχουμε μαστιγωθεί
εσείςνα έχετε μαστιγωθεί
αυτοί/ές/άνα έχουν μαστιγωθεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

μαστιγωθεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα μαστιγωθώ
εσύθα μαστιγωθείς
αυτός/ή/όθα μαστιγωθεί
εμείςθα μαστιγωθούμε
εσείςθα μαστιγωθείτε
αυτοί/ές/άθα μαστιγωθούν