BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

μαρτυράω, μαρτυρώ

свидетельствовать, быть свидетелем, раскрывать

testify, witness, reveal

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώμαρτυράω, μαρτυρώ
εσύμαρτυράς
αυτός/ή/όμαρτυράει, μαρτυρά
εμείςμαρτυράμε, μαρτυρούμε
εσείςμαρτυράτε
αυτοί/ές/άμαρτυράνε, μαρτυρούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώμαρτύρησα
εσύμαρτύρησες
αυτός/ή/όμαρτύρησε
εμείςμαρτυρήσαμε
εσείςμαρτυρήσατε
αυτοί/ές/άμαρτύρησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα μαρτυρήσω
εσύθα μαρτυρήσεις
αυτός/ή/όθα μαρτυρήσει
εμείςθα μαρτυρήσουμε
εσείςθα μαρτυρήσετε
αυτοί/ές/άθα μαρτυρήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώμαρτυρούσα
εσύμαρτυρούσες
αυτός/ή/όμαρτυρούσε
εμείςμαρτυρούσαμε
εσείςμαρτυρούσατε
αυτοί/ές/άμαρτυρούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα μαρτυράω, μαρτυρώ
εσύθα μαρτυράς
αυτός/ή/όθα μαρτυράει, μαρτυρά
εμείςθα μαρτυράμε, μαρτυρούμε
εσείςθα μαρτυράτε
αυτοί/ές/άθα μαρτυράνε, μαρτυρούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω μαρτυρήσει
εσύέχεις μαρτυρήσει
αυτός/ή/όέχει μαρτυρήσει
εμείςέχουμε μαρτυρήσει
εσείςέχετε μαρτυρήσει
αυτοί/ές/άέχουν μαρτυρήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα μαρτυρήσει
εσύείχες μαρτυρήσει
αυτός/ή/όείχε μαρτυρήσει
εμείςείχαμε μαρτυρήσει
εσείςείχατε μαρτυρήσει
αυτοί/ές/άείχαν μαρτυρήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω μαρτυρήσει
εσύθα έχεις μαρτυρήσει
αυτός/ή/όθα έχει μαρτυρήσει
εμείςθα έχουμε μαρτυρήσει
εσείςθα έχετε μαρτυρήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν μαρτυρήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύμαρτύρησε
εσείςμαρτυρήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύμαρτύρα
εσείςμαρτυράτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα μαρτυρήσω
εσύνα μαρτυρήσεις
αυτός/ή/όνα μαρτυρήσει
εμείςνα μαρτυρήσουμε
εσείςνα μαρτυρήσετε
αυτοί/ές/άνα μαρτυρήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα μαρτυράω, μαρτυρώ
εσύνα μαρτυράς
αυτός/ή/όνα μαρτυράει, μαρτυρά
εμείςνα μαρτυράμε, μαρτυρούμε
εσείςνα μαρτυράτε
αυτοί/ές/άνα μαρτυράνε, μαρτυρούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω μαρτυρήσει
εσύνα έχεις μαρτυρήσει
αυτός/ή/όνα έχει μαρτυρήσει
εμείςνα έχουμε μαρτυρήσει
εσείςνα έχετε μαρτυρήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν μαρτυρήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

μαρτυρήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

μαρτυρώντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

μαρτυρημένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα μαρτυρούσα
εσύθα μαρτυρούσες
αυτός/ή/όθα μαρτυρούσε
εμείςθα μαρτυρούσαμε
εσείςθα μαρτυρούσατε
αυτοί/ές/άθα μαρτυρούσαν