BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

μανταλώνω

запирать на засов, загораживать, защёлкивать

bolt, bar, latch

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώμανταλώνω
εσύμανταλώνεις
αυτός/ή/όμανταλώνει
εμείςμανταλώνουμε
εσείςμανταλώνετε
αυτοί/ές/άμανταλώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώμαντάλωσα
εσύμαντάλωσες
αυτός/ή/όμαντάλωσε
εμείςμανταλώσαμε
εσείςμανταλώσατε
αυτοί/ές/άμαντάλωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα μανταλώσω
εσύθα μανταλώσεις
αυτός/ή/όθα μανταλώσει
εμείςθα μανταλώσουμε
εσείςθα μανταλώσετε
αυτοί/ές/άθα μανταλώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώμαντάλωνα
εσύμαντάλωνες
αυτός/ή/όμαντάλωνε
εμείςμανταλώναμε
εσείςμανταλώνατε
αυτοί/ές/άμαντάλωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα μανταλώνω
εσύθα μανταλώνεις
αυτός/ή/όθα μανταλώνει
εμείςθα μανταλώνουμε
εσείςθα μανταλώνετε
αυτοί/ές/άθα μανταλώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω μανταλώσει
εσύέχεις μανταλώσει
αυτός/ή/όέχει μανταλώσει
εμείςέχουμε μανταλώσει
εσείςέχετε μανταλώσει
αυτοί/ές/άέχουν μανταλώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα μανταλώσει
εσύείχες μανταλώσει
αυτός/ή/όείχε μανταλώσει
εμείςείχαμε μανταλώσει
εσείςείχατε μανταλώσει
αυτοί/ές/άείχαν μανταλώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω μανταλώσει
εσύθα έχεις μανταλώσει
αυτός/ή/όθα έχει μανταλώσει
εμείςθα έχουμε μανταλώσει
εσείςθα έχετε μανταλώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν μανταλώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύμαντάλωσε
εσείςμανταλώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύμαντάλωνε
εσείςμανταλώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα μανταλώσω
εσύνα μανταλώσεις
αυτός/ή/όνα μανταλώσει
εμείςνα μανταλώσουμε
εσείςνα μανταλώσετε
αυτοί/ές/άνα μανταλώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα μανταλώνω
εσύνα μανταλώνεις
αυτός/ή/όνα μανταλώνει
εμείςνα μανταλώνουμε
εσείςνα μανταλώνετε
αυτοί/ές/άνα μανταλώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω μανταλώσει
εσύνα έχεις μανταλώσει
αυτός/ή/όνα έχει μανταλώσει
εμείςνα έχουμε μανταλώσει
εσείςνα έχετε μανταλώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν μανταλώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

μανταλώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

μανταλώνοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα μαντάλωνα
εσύθα μαντάλωνες
αυτός/ή/όθα μαντάλωνε
εμείςθα μανταλώναμε
εσείςθα μανταλώνατε
αυτοί/ές/άθα μαντάλωναν