BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

μακιγιάρομαι

наносить макияж

apply makeup

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώμακιγιάρομαι
εσύμακιγιάρεσαι
αυτός/ή/όμακιγιάρεται
εμείςμακιγιαριζόμαστε
εσείςμακιγιάρεστε
αυτοί/ές/άμακιγιάρονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώμακιγιαρίστηκα
εσύμακιγιαρίστηκες
αυτός/ή/όμακιγιαρίστηκε
εμείςμακιγιαριστήκαμε
εσείςμακιγιαριστήκατε
αυτοί/ές/άμακιγιαριστήκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα μακιγιαριστώ
εσύθα μακιγιαριστείς
αυτός/ή/όθα μακιγιαριστεί
εμείςθα μακιγιαριστούμε
εσείςθα μακιγιαριστείτε
αυτοί/ές/άθα μακιγιαριστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώμακιγιαριζόμουν
εσύμακιγιαριζόσουν
αυτός/ή/όμακιγιαριζόταν
εμείςμακιγιαριζόμαστε
εσείςμακιγιαριζόσαστε
αυτοί/ές/άμακιγιάρονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα μακιγιάρομαι
εσύθα μακιγιάρεσαι
αυτός/ή/όθα μακιγιάρεται
εμείςθα μακιγιαριζόμαστε
εσείςθα μακιγιάρεστε
αυτοί/ές/άθα μακιγιάρονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω μακιγιαριστεί
εσύέχεις μακιγιαριστεί
αυτός/ή/όέχει μακιγιαριστεί
εμείςέχουμε μακιγιαριστεί
εσείςέχετε μακιγιαριστεί
αυτοί/ές/άέχουν μακιγιαριστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα μακιγιαριστεί
εσύείχες μακιγιαριστεί
αυτός/ή/όείχε μακιγιαριστεί
εμείςείχαμε μακιγιαριστεί
εσείςείχατε μακιγιαριστεί
αυτοί/ές/άείχαν μακιγιαριστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω μακιγιαριστεί
εσύθα έχεις μακιγιαριστεί
αυτός/ή/όθα έχει μακιγιαριστεί
εμείςθα έχουμε μακιγιαριστεί
εσείςθα έχετε μακιγιαριστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν μακιγιαριστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσείςμακιγιαριστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςμακιγιάρεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα μακιγιαριστώ
εσύνα μακιγιαριστείς
αυτός/ή/όνα μακιγιαριστεί
εμείςνα μακιγιαριστούμε
εσείςνα μακιγιαριστείτε
αυτοί/ές/άνα μακιγιαριστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα μακιγιάρομαι
εσύνα μακιγιάρεσαι
αυτός/ή/όνα μακιγιάρεται
εμείςνα μακιγιαριζόμαστε
εσείςνα μακιγιάρεστε
αυτοί/ές/άνα μακιγιάρονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω μακιγιαριστεί
εσύνα έχεις μακιγιαριστεί
αυτός/ή/όνα έχει μακιγιαριστεί
εμείςνα έχουμε μακιγιαριστεί
εσείςνα έχετε μακιγιαριστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν μακιγιαριστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

μακιγιαριστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα μακιγιαριστώ
εσύθα μακιγιαριστείς
αυτός/ή/όθα μακιγιαριστεί
εμείςθα μακιγιαριστούμε
εσείςθα μακιγιαριστείτε
αυτοί/ές/άθα μακιγιαριστούν