BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

μαγεύω

околдовывать, очаровывать, увлекать

bewitch, charm, fascinate

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώμαγεύω
εσύμαγεύεις
αυτός/ή/όμαγεύει
εμείςμαγεύουμε
εσείςμαγεύετε
αυτοί/ές/άμαγεύουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώμάγεψα
εσύμάγεψες
αυτός/ή/όμάγεψε
εμείςμαγέψαμε
εσείςμαγέψατε
αυτοί/ές/άμάγεψαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα μαγέψω
εσύθα μαγέψεις
αυτός/ή/όθα μαγέψει
εμείςθα μαγέψουμε
εσείςθα μαγέψετε
αυτοί/ές/άθα μαγέψουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώμάγευα
εσύμάγευες
αυτός/ή/όμάγευε
εμείςμαγεύαμε
εσείςμαγεύατε
αυτοί/ές/άμάγευαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα μαγεύω
εσύθα μαγεύεις
αυτός/ή/όθα μαγεύει
εμείςθα μαγεύουμε
εσείςθα μαγεύετε
αυτοί/ές/άθα μαγεύουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω μαγέψει
εσύέχεις μαγέψει
αυτός/ή/όέχει μαγέψει
εμείςέχουμε μαγέψει
εσείςέχετε μαγέψει
αυτοί/ές/άέχουν μαγέψει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα μαγέψει
εσύείχες μαγέψει
αυτός/ή/όείχε μαγέψει
εμείςείχαμε μαγέψει
εσείςείχατε μαγέψει
αυτοί/ές/άείχαν μαγέψει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω μαγέψει
εσύθα έχεις μαγέψει
αυτός/ή/όθα έχει μαγέψει
εμείςθα έχουμε μαγέψει
εσείςθα έχετε μαγέψει
αυτοί/ές/άθα έχουν μαγέψει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύμάγεψε
εσείςμαγέψτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύμάγευε
εσείςμαγεύετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα μαγέψω
εσύνα μαγέψεις
αυτός/ή/όνα μαγέψει
εμείςνα μαγέψουμε
εσείςνα μαγέψετε
αυτοί/ές/άνα μαγέψουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα μαγεύω
εσύνα μαγεύεις
αυτός/ή/όνα μαγεύει
εμείςνα μαγεύουμε
εσείςνα μαγεύετε
αυτοί/ές/άνα μαγεύουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω μαγέψει
εσύνα έχεις μαγέψει
αυτός/ή/όνα έχει μαγέψει
εμείςνα έχουμε μαγέψει
εσείςνα έχετε μαγέψει
αυτοί/ές/άνα έχουν μαγέψει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

μαγέψει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

μαγεύοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα μάγευα
εσύθα μάγευες
αυτός/ή/όθα μάγευε
εμείςθα μαγεύαμε
εσείςθα μαγεύατε
αυτοί/ές/άθα μάγευαν