BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

λούζω

купать, мыть

bathe, wash

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώλούζω
εσύλούζεις
αυτός/ή/όλούζει
εμείςλούζουμε
εσείςλούζετε
αυτοί/ές/άλούζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώέλουσα
εσύέλουσες
αυτός/ή/όέλουσε
εμείςλούσαμε
εσείςλούσατε
αυτοί/ές/άέλουσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα λούσω
εσύθα λούσεις
αυτός/ή/όθα λούσει
εμείςθα λούσουμε
εσείςθα λούσετε
αυτοί/ές/άθα λούσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώέλουζα
εσύέλουζες
αυτός/ή/όέλουζε
εμείςλούζαμε
εσείςλούζατε
αυτοί/ές/άέλουζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα λούζω
εσύθα λούζεις
αυτός/ή/όθα λούζει
εμείςθα λούζουμε
εσείςθα λούζετε
αυτοί/ές/άθα λούζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω λούσει
εσύέχεις λούσει
αυτός/ή/όέχει λούσει
εμείςέχουμε λούσει
εσείςέχετε λούσει
αυτοί/ές/άέχουν λούσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα λούσει
εσύείχες λούσει
αυτός/ή/όείχε λούσει
εμείςείχαμε λούσει
εσείςείχατε λούσει
αυτοί/ές/άείχαν λούσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω λούσει
εσύθα έχεις λούσει
αυτός/ή/όθα έχει λούσει
εμείςθα έχουμε λούσει
εσείςθα έχετε λούσει
αυτοί/ές/άθα έχουν λούσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύλούσε
εσείςλούστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύλούζε
εσείςλούζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα λούσω
εσύνα λούσεις
αυτός/ή/όνα λούσει
εμείςνα λούσουμε
εσείςνα λούσετε
αυτοί/ές/άνα λούσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα λούζω
εσύνα λούζεις
αυτός/ή/όνα λούζει
εμείςνα λούζουμε
εσείςνα λούζετε
αυτοί/ές/άνα λούζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω λούσει
εσύνα έχεις λούσει
αυτός/ή/όνα έχει λούσει
εμείςνα έχουμε λούσει
εσείςνα έχετε λούσει
αυτοί/ές/άνα έχουν λούσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

λούσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

λούζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα έλουζα
εσύθα έλουζες
αυτός/ή/όθα έλουζε
εμείςθα λούζαμε
εσείςθα λούζατε
αυτοί/ές/άθα έλουζαν