BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

λοξοκοιτάζω

смотреть искоса на кого-либо

look sly at someone

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώλοξοκοιτάζω
εσύλοξοκοιτάζεις
αυτός/ή/όλοξοκοιτάζει
εμείςλοξοκοιτάζουμε
εσείςλοξοκοιτάζετε
αυτοί/ές/άλοξοκοιτάζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώλοξοκοίταξα
εσύλοξοκοίταξες
αυτός/ή/όλοξοκοίταξε
εμείςλοξοκοιτάξαμε
εσείςλοξοκοιτάξατε
αυτοί/ές/άλοξοκοίταξαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα λοξοκοιτάξω
εσύθα λοξοκοιτάξεις
αυτός/ή/όθα λοξοκοιτάξει
εμείςθα λοξοκοιτάξουμε
εσείςθα λοξοκοιτάξετε
αυτοί/ές/άθα λοξοκοιτάξουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώλοξοκοίταζα
εσύλοξοκοίταζες
αυτός/ή/όλοξοκοίταζε
εμείςλοξοκοιτάζαμε
εσείςλοξοκοιτάζατε
αυτοί/ές/άλοξοκοίταζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα λοξοκοιτάζω
εσύθα λοξοκοιτάζεις
αυτός/ή/όθα λοξοκοιτάζει
εμείςθα λοξοκοιτάζουμε
εσείςθα λοξοκοιτάζετε
αυτοί/ές/άθα λοξοκοιτάζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω λοξοκοιτάξει
εσύέχεις λοξοκοιτάξει
αυτός/ή/όέχει λοξοκοιτάξει
εμείςέχουμε λοξοκοιτάξει
εσείςέχετε λοξοκοιτάξει
αυτοί/ές/άέχουν λοξοκοιτάξει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα λοξοκοιτάξει
εσύείχες λοξοκοιτάξει
αυτός/ή/όείχε λοξοκοιτάξει
εμείςείχαμε λοξοκοιτάξει
εσείςείχατε λοξοκοιτάξει
αυτοί/ές/άείχαν λοξοκοιτάξει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω λοξοκοιτάξει
εσύθα έχεις λοξοκοιτάξει
αυτός/ή/όθα έχει λοξοκοιτάξει
εμείςθα έχουμε λοξοκοιτάξει
εσείςθα έχετε λοξοκοιτάξει
αυτοί/ές/άθα έχουν λοξοκοιτάξει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύλοξοκοίταξε
εσείςλοξοκοιτάξτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύλοξοκοίταζε
εσείςλοξοκοιτάζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα λοξοκοιτάξω
εσύνα λοξοκοιτάξεις
αυτός/ή/όνα λοξοκοιτάξει
εμείςνα λοξοκοιτάξουμε
εσείςνα λοξοκοιτάξετε
αυτοί/ές/άνα λοξοκοιτάξουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα λοξοκοιτάζω
εσύνα λοξοκοιτάζεις
αυτός/ή/όνα λοξοκοιτάζει
εμείςνα λοξοκοιτάζουμε
εσείςνα λοξοκοιτάζετε
αυτοί/ές/άνα λοξοκοιτάζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω λοξοκοιτάξει
εσύνα έχεις λοξοκοιτάξει
αυτός/ή/όνα έχει λοξοκοιτάξει
εμείςνα έχουμε λοξοκοιτάξει
εσείςνα έχετε λοξοκοιτάξει
αυτοί/ές/άνα έχουν λοξοκοιτάξει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

λοξοκοιτάξει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

λοξοκοιτάζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα λοξοκοίταζα
εσύθα λοξοκοίταζες
αυτός/ή/όθα λοξοκοίταζε
εμείςθα λοξοκοιτάζαμε
εσείςθα λοξοκοιτάζατε
αυτοί/ές/άθα λοξοκοίταζαν