BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

λοξοδρομώ

идти в обход, отклоняться

detour, deviate

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώλοξοδρομώ
εσύλοξοδρομείς
αυτός/ή/όλοξοδρομεί
εμείςλοξοδρομούμε
εσείςλοξοδρομείτε
αυτοί/ές/άλοξοδρομούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώλοξοδρόμησα
εσύλοξοδρόμησες
αυτός/ή/όλοξοδρόμησε
εμείςλοξοδρομήσαμε
εσείςλοξοδρομήσατε
αυτοί/ές/άλοξοδρόμησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα λοξοδρομήσω
εσύθα λοξοδρομήσεις
αυτός/ή/όθα λοξοδρομήσει
εμείςθα λοξοδρομήσουμε
εσείςθα λοξοδρομήσετε
αυτοί/ές/άθα λοξοδρομήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώλοξοδρομούσα
εσύλοξοδρομούσες
αυτός/ή/όλοξοδρομούσε
εμείςλοξοδρομούσαμε
εσείςλοξοδρομούσατε
αυτοί/ές/άλοξοδρομούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα λοξοδρομώ
εσύθα λοξοδρομείς
αυτός/ή/όθα λοξοδρομεί
εμείςθα λοξοδρομούμε
εσείςθα λοξοδρομείτε
αυτοί/ές/άθα λοξοδρομούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω λοξοδρομήσει
εσύέχεις λοξοδρομήσει
αυτός/ή/όέχει λοξοδρομήσει
εμείςέχουμε λοξοδρομήσει
εσείςέχετε λοξοδρομήσει
αυτοί/ές/άέχουν λοξοδρομήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα λοξοδρομήσει
εσύείχες λοξοδρομήσει
αυτός/ή/όείχε λοξοδρομήσει
εμείςείχαμε λοξοδρομήσει
εσείςείχατε λοξοδρομήσει
αυτοί/ές/άείχαν λοξοδρομήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω λοξοδρομήσει
εσύθα έχεις λοξοδρομήσει
αυτός/ή/όθα έχει λοξοδρομήσει
εμείςθα έχουμε λοξοδρομήσει
εσείςθα έχετε λοξοδρομήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν λοξοδρομήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύλοξοδρόμησε
εσείςλοξοδρομήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςλοξοδρομείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα λοξοδρομήσω
εσύνα λοξοδρομήσεις
αυτός/ή/όνα λοξοδρομήσει
εμείςνα λοξοδρομήσουμε
εσείςνα λοξοδρομήσετε
αυτοί/ές/άνα λοξοδρομήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα λοξοδρομώ
εσύνα λοξοδρομείς
αυτός/ή/όνα λοξοδρομεί
εμείςνα λοξοδρομούμε
εσείςνα λοξοδρομείτε
αυτοί/ές/άνα λοξοδρομούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω λοξοδρομήσει
εσύνα έχεις λοξοδρομήσει
αυτός/ή/όνα έχει λοξοδρομήσει
εμείςνα έχουμε λοξοδρομήσει
εσείςνα έχετε λοξοδρομήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν λοξοδρομήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

λοξοδρομήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

λοξοδρομώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα λοξοδρομούσα
εσύθα λοξοδρομούσες
αυτός/ή/όθα λοξοδρομούσε
εμείςθα λοξοδρομούσαμε
εσείςθα λοξοδρομούσατε
αυτοί/ές/άθα λοξοδρομούσαν