BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

λογομαχώ

ссориться, спорить

quarrel, argue

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώλογομαχώ
εσύλογομαχείς
αυτός/ή/όλογομαχεί
εμείςλογομαχούμε
εσείςλογομαχείτε
αυτοί/ές/άλογομαχούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώλογομάχησα
εσύλογομάχησες
αυτός/ή/όλογομάχησε
εμείςλογομαχήσαμε
εσείςλογομαχήσατε
αυτοί/ές/άλογομάχησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα λογομαχήσω
εσύθα λογομαχήσεις
αυτός/ή/όθα λογομαχήσει
εμείςθα λογομαχήσουμε
εσείςθα λογομαχήσετε
αυτοί/ές/άθα λογομαχήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώλογομαχούσα
εσύλογομαχούσες
αυτός/ή/όλογομαχούσε
εμείςλογομαχούσαμε
εσείςλογομαχούσατε
αυτοί/ές/άλογομαχούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα λογομαχώ
εσύθα λογομαχείς
αυτός/ή/όθα λογομαχεί
εμείςθα λογομαχούμε
εσείςθα λογομαχείτε
αυτοί/ές/άθα λογομαχούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω λογομαχήσει
εσύέχεις λογομαχήσει
αυτός/ή/όέχει λογομαχήσει
εμείςέχουμε λογομαχήσει
εσείςέχετε λογομαχήσει
αυτοί/ές/άέχουν λογομαχήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα λογομαχήσει
εσύείχες λογομαχήσει
αυτός/ή/όείχε λογομαχήσει
εμείςείχαμε λογομαχήσει
εσείςείχατε λογομαχήσει
αυτοί/ές/άείχαν λογομαχήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω λογομαχήσει
εσύθα έχεις λογομαχήσει
αυτός/ή/όθα έχει λογομαχήσει
εμείςθα έχουμε λογομαχήσει
εσείςθα έχετε λογομαχήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν λογομαχήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύλογομάχησε
εσείςλογομαχήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςλογομαχείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα λογομαχήσω
εσύνα λογομαχήσεις
αυτός/ή/όνα λογομαχήσει
εμείςνα λογομαχήσουμε
εσείςνα λογομαχήσετε
αυτοί/ές/άνα λογομαχήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα λογομαχώ
εσύνα λογομαχείς
αυτός/ή/όνα λογομαχεί
εμείςνα λογομαχούμε
εσείςνα λογομαχείτε
αυτοί/ές/άνα λογομαχούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω λογομαχήσει
εσύνα έχεις λογομαχήσει
αυτός/ή/όνα έχει λογομαχήσει
εμείςνα έχουμε λογομαχήσει
εσείςνα έχετε λογομαχήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν λογομαχήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

λογομαχήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

λογομαχώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα λογομαχούσα
εσύθα λογομαχούσες
αυτός/ή/όθα λογομαχούσε
εμείςθα λογομαχούσαμε
εσείςθα λογομαχούσατε
αυτοί/ές/άθα λογομαχούσαν