BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

λογοκρίνομαι

подвергаться цензуре

be censored

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώλογοκρίνομαι
εσύλογοκρίνεσαι
αυτός/ή/όλογοκρίνεται
εμείςλογοκρινόμαστε
εσείςλογοκρίνεστε
αυτοί/ές/άλογοκρίνονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώλογοκρίθηκα
εσύλογοκρίθηκες
αυτός/ή/όλογοκρίθηκε
εμείςλογοκριθήκαμε
εσείςλογοκριθήκατε
αυτοί/ές/άλογοκρίθηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα λογοκριθώ
εσύθα λογοκριθείς
αυτός/ή/όθα λογοκριθεί
εμείςθα λογοκριθούμε
εσείςθα λογοκριθείτε
αυτοί/ές/άθα λογοκριθούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώλογοκρινόμουν
εσύλογοκρινόσουν
αυτός/ή/όλογοκρινόταν
εμείςλογοκρινόμαστε
εσείςλοκρινόσαστε
αυτοί/ές/άλογοκρίνονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα λογοκρίνομαι
εσύθα λογοκρίνεσαι
αυτός/ή/όθα λογοκρίνεται
εμείςθα λογοκρινόμαστε
εσείςθα λογοκρίνεστε
αυτοί/ές/άθα λογοκρίνονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω λογοκριθεί
εσύέχεις λογοκριθεί
αυτός/ή/όέχει λογοκριθεί
εμείςέχουμε λογοκριθεί
εσείςέχετε λογοκριθεί
αυτοί/ές/άέχουν λογοκριθεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα λογοκριθεί
εσύείχες λογοκριθεί
αυτός/ή/όείχε λογοκριθεί
εμείςείχαμε λογοκριθεί
εσείςείχατε λογοκριθεί
αυτοί/ές/άείχαν λογοκριθεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω λογοκριθεί
εσύθα έχεις λογοκριθεί
αυτός/ή/όθα έχει λογοκριθεί
εμείςθα έχουμε λογοκριθεί
εσείςθα έχετε λογοκριθεί
αυτοί/ές/άθα έχουν λογοκριθεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύλογοκρίσου
εσείςλογοκριθείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςλογοκρίνεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα λογοκριθώ
εσύνα λογοκριθείς
αυτός/ή/όνα λογοκριθεί
εμείςνα λογοκριθούμε
εσείςνα λογοκριθείτε
αυτοί/ές/άνα λογοκριθούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα λογοκρίνομαι
εσύνα λογοκρίνεσαι
αυτός/ή/όνα λογοκρίνεται
εμείςνα λογοκρινόμαστε
εσείςνα λογοκρίνεστε
αυτοί/ές/άνα λογοκρίνονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω λογοκριθεί
εσύνα έχεις λογοκριθεί
αυτός/ή/όνα έχει λογοκριθεί
εμείςνα έχουμε λογοκριθεί
εσείςνα έχετε λογοκριθεί
αυτοί/ές/άνα έχουν λογοκριθεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

λογοκριθεί

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

λογοκριμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα λογοκριθώ
εσύθα λογοκριθείς
αυτός/ή/όθα λογοκριθεί
εμείςθα λογοκριθούμε
εσείςθα λογοκριθείτε
αυτοί/ές/άθα λογοκριθούν