BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Спряжения
Поиск по всем глаголам

λογοδοτώ

докладывать, отчитываться за

report, account for

Поиск по всем глаголам

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώλογοδοτώ
εσύλογοδοτείς
αυτός/ή/όλογοδοτεί
εμείςλογοδοτούμε
εσείςλογοδοτείτε
αυτοί/ές/άλογοδοτούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώλογοδότησα
εσύλογοδότησες
αυτός/ή/όλογοδότησε
εμείςλογοδοτήσαμε
εσείςλογοδοτήσατε
αυτοί/ές/άλογοδότησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα λογοδοτήσω
εσύθα λογοδοτήσεις
αυτός/ή/όθα λογοδοτήσει
εμείςθα λογοδοτήσουμε
εσείςθα λογοδοτήσετε
αυτοί/ές/άθα λογοδοτήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώλογοδοτούσα
εσύλογοδοτούσες
αυτός/ή/όλογοδοτούσε
εμείςλογοδοτούσαμε
εσείςλογοδοτούσατε
αυτοί/ές/άλογοδοτούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα λογοδοτώ
εσύθα λογοδοτείς
αυτός/ή/όθα λογοδοτεί
εμείςθα λογοδοτούμε
εσείςθα λογοδοτείτε
αυτοί/ές/άθα λογοδοτούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω λογοδοτήσει
εσύέχεις λογοδοτήσει
αυτός/ή/όέχει λογοδοτήσει
εμείςέχουμε λογοδοτήσει
εσείςέχετε λογοδοτήσει
αυτοί/ές/άέχουν λογοδοτήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα λογοδοτήσει
εσύείχες λογοδοτήσει
αυτός/ή/όείχε λογοδοτήσει
εμείςείχαμε λογοδοτήσει
εσείςείχατε λογοδοτήσει
αυτοί/ές/άείχαν λογοδοτήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω λογοδοτήσει
εσύθα έχεις λογοδοτήσει
αυτός/ή/όθα έχει λογοδοτήσει
εμείςθα έχουμε λογοδοτήσει
εσείςθα έχετε λογοδοτήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν λογοδοτήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύλογοδότησε
εσείςλογοδοτήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςλογοδοτείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα λογοδοτήσω
εσύνα λογοδοτήσεις
αυτός/ή/όνα λογοδοτήσει
εμείςνα λογοδοτήσουμε
εσείςνα λογοδοτήσετε
αυτοί/ές/άνα λογοδοτήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα λογοδοτώ
εσύνα λογοδοτείς
αυτός/ή/όνα λογοδοτεί
εμείςνα λογοδοτούμε
εσείςνα λογοδοτείτε
αυτοί/ές/άνα λογοδοτούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω λογοδοτήσει
εσύνα έχεις λογοδοτήσει
αυτός/ή/όνα έχει λογοδοτήσει
εμείςνα έχουμε λογοδοτήσει
εσείςνα έχετε λογοδοτήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν λογοδοτήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

λογοδοτήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

λογοδοτώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα λογοδοτούσα
εσύθα λογοδοτούσες
αυτός/ή/όθα λογοδοτούσε
εμείςθα λογοδοτούσαμε
εσείςθα λογοδοτούσατε
αυτοί/ές/άθα λογοδοτούσαν