BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Спряжения
Поиск по всем глаголам

λογικεύομαι

становиться разумным

become reasonable

Поиск по всем глаголам

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώλογικεύομαι
εσύλογικεύεσαι
αυτός/ή/όλογικεύεται
εμείςλογικευόμαστε
εσείςλογικεύεστε
αυτοί/ές/άλογικεύονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώλογικεύτηκα
εσύλογικεύτηκες
αυτός/ή/όλογικεύτηκε
εμείςλογικευτήκαμε
εσείςλογικευτήκατε
αυτοί/ές/άλογικεύτηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα λογικευτώ
εσύθα λογικευτείς
αυτός/ή/όθα λογικευτεί
εμείςθα λογικευτούμε
εσείςθα λογικευτείτε
αυτοί/ές/άθα λογικευτούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώλογικευόμουν
εσύλογικευόσουν
αυτός/ή/όλογικευόταν
εμείςλογικευόμαστε
εσείςλογικευόσαστε
αυτοί/ές/άλογικεύονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα λογικεύομαι
εσύθα λογικεύεσαι
αυτός/ή/όθα λογικεύεται
εμείςθα λογικευόμαστε
εσείςθα λογικεύεστε
αυτοί/ές/άθα λογικεύονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω λογικευτεί
εσύέχεις λογικευτεί
αυτός/ή/όέχει λογικευτεί
εμείςέχουμε λογικευτεί
εσείςέχετε λογικευτεί
αυτοί/ές/άέχουν λογικευτεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα λογικευτεί
εσύείχες λογικευτεί
αυτός/ή/όείχε λογικευτεί
εμείςείχαμε λογικευτεί
εσείςείχατε λογικευτεί
αυτοί/ές/άείχαν λογικευτεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω λογικευτεί
εσύθα έχεις λογικευτεί
αυτός/ή/όθα έχει λογικευτεί
εμείςθα έχουμε λογικευτεί
εσείςθα έχετε λογικευτεί
αυτοί/ές/άθα έχουν λογικευτεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύλογικέψου
εσείςλογικευτείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςλογικεύεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα λογικευτώ
εσύνα λογικευτείς
αυτός/ή/όνα λογικευτεί
εμείςνα λογικευτούμε
εσείςνα λογικευτείτε
αυτοί/ές/άνα λογικευτούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα λογικεύομαι
εσύνα λογικεύεσαι
αυτός/ή/όνα λογικεύεται
εμείςνα λογικευόμαστε
εσείςνα λογικεύεστε
αυτοί/ές/άνα λογικεύονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω λογικευτεί
εσύνα έχεις λογικευτεί
αυτός/ή/όνα έχει λογικευτεί
εμείςνα έχουμε λογικευτεί
εσείςνα έχετε λογικευτεί
αυτοί/ές/άνα έχουν λογικευτεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

λογικευτεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα λογικευτώ
εσύθα λογικευτείς
αυτός/ή/όθα λογικευτεί
εμείςθα λογικευτούμε
εσείςθα λογικευτείτε
αυτοί/ές/άθα λογικευτούν