BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

λιποθυμάω, λιποθυμώ

падать в обморок, лишаться чувств

faint, swoon

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώλιποθυμάω, λιποθυμώ
εσύλιποθυμάς
αυτός/ή/όλιποθυμάει, λιποθυμά
εμείςλιποθυμάμε, λιποθυμούμε
εσείςλιποθυμάτε
αυτοί/ές/άλιποθυμάνε, λιποθυμούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώλιποθύμησα
εσύλιποθύμησες
αυτός/ή/όλιποθύμησε
εμείςλιποθυμήσαμε
εσείςλιποθυμήσατε
αυτοί/ές/άλιποθύμησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα λιποθυμήσω
εσύθα λιποθυμήσεις
αυτός/ή/όθα λιποθυμήσει
εμείςθα λιποθυμήσουμε
εσείςθα λιποθυμήσετε
αυτοί/ές/άθα λιποθυμήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώλιποθυμούσα
εσύλιποθυμούσες
αυτός/ή/όλιποθυμούσε
εμείςλιποθυμούσαμε
εσείςλιποθυμούσατε
αυτοί/ές/άλιποθυμούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα λιποθυμάω, λιποθυμώ
εσύθα λιποθυμάς
αυτός/ή/όθα λιποθυμάει, λιποθυμά
εμείςθα λιποθυμάμε, λιποθυμούμε
εσείςθα λιποθυμάτε
αυτοί/ές/άθα λιποθυμάνε, λιποθυμούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω λιποθυμήσει
εσύέχεις λιποθυμήσει
αυτός/ή/όέχει λιποθυμήσει
εμείςέχουμε λιποθυμήσει
εσείςέχετε λιποθυμήσει
αυτοί/ές/άέχουν λιποθυμήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα λιποθυμήσει
εσύείχες λιποθυμήσει
αυτός/ή/όείχε λιποθυμήσει
εμείςείχαμε λιποθυμήσει
εσείςείχατε λιποθυμήσει
αυτοί/ές/άείχαν λιποθυμήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω λιποθυμήσει
εσύθα έχεις λιποθυμήσει
αυτός/ή/όθα έχει λιποθυμήσει
εμείςθα έχουμε λιποθυμήσει
εσείςθα έχετε λιποθυμήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν λιποθυμήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύλιποθύμησε
εσείςλιποθυμήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύλιποθύμα
εσείςλιποθυμάτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα λιποθυμήσω
εσύνα λιποθυμήσεις
αυτός/ή/όνα λιποθυμήσει
εμείςνα λιποθυμήσουμε
εσείςνα λιποθυμήσετε
αυτοί/ές/άνα λιποθυμήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα λιποθυμάω, λιποθυμώ
εσύνα λιποθυμάς
αυτός/ή/όνα λιποθυμάει, λιποθυμά
εμείςνα λιποθυμάμε, λιποθυμούμε
εσείςνα λιποθυμάτε
αυτοί/ές/άνα λιποθυμάνε, λιποθυμούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω λιποθυμήσει
εσύνα έχεις λιποθυμήσει
αυτός/ή/όνα έχει λιποθυμήσει
εμείςνα έχουμε λιποθυμήσει
εσείςνα έχετε λιποθυμήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν λιποθυμήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

λιποθυμήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

λιποθυμώντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

λιποθυμισμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα λιποθυμούσα
εσύθα λιποθυμούσες
αυτός/ή/όθα λιποθυμούσε
εμείςθα λιποθυμούσαμε
εσείςθα λιποθυμούσατε
αυτοί/ές/άθα λιποθυμούσαν