BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Спряжения
Поиск по всем глаголам

λιβανίζομαι

окуриваться фимиамом

be incensed

Поиск по всем глаголам

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώλιβανίζομαι
εσύλιβανίζεσαι
αυτός/ή/όλιβανίζεται
εμείςλιβανιζόμαστε
εσείςλιβανίζεστε
αυτοί/ές/άλιβανίζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώλιβανίστηκα
εσύλιβανίστηκες
αυτός/ή/όλιβανίστηκε
εμείςλιβανιστήκαμε
εσείςλιβανιστήκατε
αυτοί/ές/άλιβανίστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα λιβανιστώ
εσύθα λιβανιστείς
αυτός/ή/όθα λιβανιστεί
εμείςθα λιβανιστούμε
εσείςθα λιβανιστείτε
αυτοί/ές/άθα λιβανιστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώλιβανιζόμουν
εσύλιβανιζόσουν
αυτός/ή/όλιβανιζόταν
εμείςλιβανιζόμαστε
εσείςλιβανιζόσαστε
αυτοί/ές/άλιβανίζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα λιβανίζομαι
εσύθα λιβανίζεσαι
αυτός/ή/όθα λιβανίζεται
εμείςθα λιβανιζόμαστε
εσείςθα λιβανίζεστε
αυτοί/ές/άθα λιβανίζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω λιβανιστεί
εσύέχεις λιβανιστεί
αυτός/ή/όέχει λιβανιστεί
εμείςέχουμε λιβανιστεί
εσείςέχετε λιβανιστεί
αυτοί/ές/άέχουν λιβανιστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα λιβανιστεί
εσύείχες λιβανιστεί
αυτός/ή/όείχε λιβανιστεί
εμείςείχαμε λιβανιστεί
εσείςείχατε λιβανιστεί
αυτοί/ές/άείχαν λιβανιστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω λιβανιστεί
εσύθα έχεις λιβανιστεί
αυτός/ή/όθα έχει λιβανιστεί
εμείςθα έχουμε λιβανιστεί
εσείςθα έχετε λιβανιστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν λιβανιστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύλιβανίσου
εσείςλιβανιστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςλιβανίζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα λιβανιστώ
εσύνα λιβανιστείς
αυτός/ή/όνα λιβανιστεί
εμείςνα λιβανιστούμε
εσείςνα λιβανιστείτε
αυτοί/ές/άνα λιβανιστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα λιβανίζομαι
εσύνα λιβανίζεσαι
αυτός/ή/όνα λιβανίζεται
εμείςνα λιβανιζόμαστε
εσείςνα λιβανίζεστε
αυτοί/ές/άνα λιβανίζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω λιβανιστεί
εσύνα έχεις λιβανιστεί
αυτός/ή/όνα έχει λιβανιστεί
εμείςνα έχουμε λιβανιστεί
εσείςνα έχετε λιβανιστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν λιβανιστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

λιβανιστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα λιβανιστώ
εσύθα λιβανιστείς
αυτός/ή/όθα λιβανιστεί
εμείςθα λιβανιστούμε
εσείςθα λιβανιστείτε
αυτοί/ές/άθα λιβανιστούν