BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

λιάζομαι

загорать, находиться на солнце

I'm exposed to the sun

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώλιάζομαι
εσύλιάζεσαι
αυτός/ή/όλιάζεται
εμείςλιαζόμαστε
εσείςλιάζεστε
αυτοί/ές/άλιάζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώλιάστηκα
εσύλιάστηκες
αυτός/ή/όλιάστηκε
εμείςλιαστήκαμε
εσείςλιαστήκατε
αυτοί/ές/άλιάστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα λιαστώ
εσύθα λιαστείς
αυτός/ή/όθα λιαστεί
εμείςθα λιαστούμε
εσείςθα λιαστείτε
αυτοί/ές/άθα λιαστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώλιαζόμουν
εσύλιαζόσουν
αυτός/ή/όλιαζόταν
εμείςλιαζόμαστε
εσείςλιαζόσαστε
αυτοί/ές/άλιάζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα λιάζομαι
εσύθα λιάζεσαι
αυτός/ή/όθα λιάζεται
εμείςθα λιαζόμαστε
εσείςθα λιάζεστε
αυτοί/ές/άθα λιάζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω λιαστεί
εσύέχεις λιαστεί
αυτός/ή/όέχει λιαστεί
εμείςέχουμε λιαστεί
εσείςέχετε λιαστεί
αυτοί/ές/άέχουν λιαστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα λιαστεί
εσύείχες λιαστεί
αυτός/ή/όείχε λιαστεί
εμείςείχαμε λιαστεί
εσείςείχατε λιαστεί
αυτοί/ές/άείχαν λιαστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω λιαστεί
εσύθα έχεις λιαστεί
αυτός/ή/όθα έχει λιαστεί
εμείςθα έχουμε λιαστεί
εσείςθα έχετε λιαστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν λιαστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύλιάσου
εσείςλιαστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςλιάζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα λιαστώ
εσύνα λιαστείς
αυτός/ή/όνα λιαστεί
εμείςνα λιαστούμε
εσείςνα λιαστείτε
αυτοί/ές/άνα λιαστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα λιάζομαι
εσύνα λιάζεσαι
αυτός/ή/όνα λιάζεται
εμείςνα λιαζόμαστε
εσείςνα λιάζεστε
αυτοί/ές/άνα λιάζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω λιαστεί
εσύνα έχεις λιαστεί
αυτός/ή/όνα έχει λιαστεί
εμείςνα έχουμε λιαστεί
εσείςνα έχετε λιαστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν λιαστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

λιαστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα λιαστώ
εσύθα λιαστείς
αυτός/ή/όθα λιαστεί
εμείςθα λιαστούμε
εσείςθα λιαστείτε
αυτοί/ές/άθα λιαστούν