BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

λησμονιέμαι

быть забытым

be forgotten

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώλησμονιέμαι
εσύλησμονιέσαι
αυτός/ή/όλησμονιέται
εμείςλησμονιόμαστε
εσείςλησμονιέστε
αυτοί/ές/άλησμονιούνται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώλησμονήθηκα
εσύλησμονήθηκες
αυτός/ή/όλησμονήθηκε
εμείςλησμονηθήκαμε
εσείςλησμονηθήκατε
αυτοί/ές/άλησμονήθηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα λησμονηθώ
εσύθα λησμονηθείς
αυτός/ή/όθα λησμονηθεί
εμείςθα λησμονηθούμε
εσείςθα λησμονηθείτε
αυτοί/ές/άθα λησμονηθούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώλησμονιόμουν
εσύλησμονιόσουν
αυτός/ή/όλησμονιόταν
εμείςλησμονιόμαστε
εσείςλησμονιόσαστε
αυτοί/ές/άλησμονιόνταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα λησμονιέμαι
εσύθα λησμονιέσαι
αυτός/ή/όθα λησμονιέται
εμείςθα λησμονιόμαστε
εσείςθα λησμονιέστε
αυτοί/ές/άθα λησμονιούνται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω λησμονηθεί
εσύέχεις λησμονηθεί
αυτός/ή/όέχει λησμονηθεί
εμείςέχουμε λησμονηθεί
εσείςέχετε λησμονηθεί
αυτοί/ές/άέχουν λησμονηθεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα λησμονηθεί
εσύείχες λησμονηθεί
αυτός/ή/όείχε λησμονηθεί
εμείςείχαμε λησμονηθεί
εσείςείχατε λησμονηθεί
αυτοί/ές/άείχαν λησμονηθεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω λησμονηθεί
εσύθα έχεις λησμονηθεί
αυτός/ή/όθα έχει λησμονηθεί
εμείςθα έχουμε λησμονηθεί
εσείςθα έχετε λησμονηθεί
αυτοί/ές/άθα έχουν λησμονηθεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύλησμονήσου
εσείςλησμονηθείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςλησμονιέστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα λησμονηθώ
εσύνα λησμονηθείς
αυτός/ή/όνα λησμονηθεί
εμείςνα λησμονηθούμε
εσείςνα λησμονηθείτε
αυτοί/ές/άνα λησμονηθούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα λησμονιέμαι
εσύνα λησμονιέσαι
αυτός/ή/όνα λησμονιέται
εμείςνα λησμονιόμαστε
εσείςνα λησμονιέστε
αυτοί/ές/άνα λησμονιούνται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω λησμονηθεί
εσύνα έχεις λησμονηθεί
αυτός/ή/όνα έχει λησμονηθεί
εμείςνα έχουμε λησμονηθεί
εσείςνα έχετε λησμονηθεί
αυτοί/ές/άνα έχουν λησμονηθεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

λησμονηθεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα λησμονηθώ
εσύθα λησμονηθείς
αυτός/ή/όθα λησμονηθεί
εμείςθα λησμονηθούμε
εσείςθα λησμονηθείτε
αυτοί/ές/άθα λησμονηθούν