BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

λαχταράω, λαχταρώ

жаждать, сильно желать

yearn, long for

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώλαχταράω, λαχταρώ
εσύλαχταράς
αυτός/ή/όλαχταράει, λαχταρά
εμείςλαχταράμε, λαχταρούμε
εσείςλαχταράτε
αυτοί/ές/άλαχταράνε, λαχταρούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώλαχτάρησα
εσύλαχτάρησες
αυτός/ή/όλαχτάρησε
εμείςλαχταρήσαμε
εσείςλαχταρήσατε
αυτοί/ές/άλαχτάρησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα λαχταρήσω
εσύθα λαχταρήσεις
αυτός/ή/όθα λαχταρήσει
εμείςθα λαχταρήσουμε
εσείςθα λαχταρήσετε
αυτοί/ές/άθα λαχταρήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώλαχταρούσα
εσύλαχταρούσες
αυτός/ή/όλαχταρούσε
εμείςλαχταρούσαμε
εσείςλαχταρούσατε
αυτοί/ές/άλαχταρούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα λαχταράω, λαχταρώ
εσύθα λαχταράς
αυτός/ή/όθα λαχταράει, λαχταρά
εμείςθα λαχταράμε, λαχταρούμε
εσείςθα λαχταράτε
αυτοί/ές/άθα λαχταράνε, λαχταρούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω λαχταρήσει
εσύέχεις λαχταρήσει
αυτός/ή/όέχει λαχταρήσει
εμείςέχουμε λαχταρήσει
εσείςέχετε λαχταρήσει
αυτοί/ές/άέχουν λαχταρήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα λαχταρήσει
εσύείχες λαχταρήσει
αυτός/ή/όείχε λαχταρήσει
εμείςείχαμε λαχταρήσει
εσείςείχατε λαχταρήσει
αυτοί/ές/άείχαν λαχταρήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω λαχταρήσει
εσύθα έχεις λαχταρήσει
αυτός/ή/όθα έχει λαχταρήσει
εμείςθα έχουμε λαχταρήσει
εσείςθα έχετε λαχταρήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν λαχταρήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύλαχτάρησε
εσείςλαχταρήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύλαχτάρα
εσείςλαχταράτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα λαχταρήσω
εσύνα λαχταρήσεις
αυτός/ή/όνα λαχταρήσει
εμείςνα λαχταρήσουμε
εσείςνα λαχταρήσετε
αυτοί/ές/άνα λαχταρήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα λαχταράω, λαχταρώ
εσύνα λαχταράς
αυτός/ή/όνα λαχταράει, λαχταρά
εμείςνα λαχταράμε, λαχταρούμε
εσείςνα λαχταράτε
αυτοί/ές/άνα λαχταράνε, λαχταρούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω λαχταρήσει
εσύνα έχεις λαχταρήσει
αυτός/ή/όνα έχει λαχταρήσει
εμείςνα έχουμε λαχταρήσει
εσείςνα έχετε λαχταρήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν λαχταρήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

λαχταρήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

λαχταρώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα λαχταρούσα
εσύθα λαχταρούσες
αυτός/ή/όθα λαχταρούσε
εμείςθα λαχταρούσαμε
εσείςθα λαχταρούσατε
αυτοί/ές/άθα λαχταρούσαν