BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

λαθεύω

ошибаться, совершать ошибку

err, make mistake

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώλαθεύω
εσύλαθεύεις
αυτός/ή/όλαθεύει
εμείςλαθεύουμε
εσείςλαθεύετε
αυτοί/ές/άλαθεύουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώλάθεψα
εσύλάθεψες
αυτός/ή/όλάθεψε
εμείςλαθέψαμε
εσείςλαθέψατε
αυτοί/ές/άλάθεψαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα λαθέψω
εσύθα λαθέψεις
αυτός/ή/όθα λαθέψει
εμείςθα λαθέψουμε
εσείςθα λαθέψετε
αυτοί/ές/άθα λαθέψουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώλάθευα
εσύλάθευες
αυτός/ή/όλάθευε
εμείςλαθεύαμε
εσείςλαθεύατε
αυτοί/ές/άλάθευαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα λαθεύω
εσύθα λαθεύεις
αυτός/ή/όθα λαθεύει
εμείςθα λαθεύουμε
εσείςθα λαθεύετε
αυτοί/ές/άθα λαθεύουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω λαθέψει
εσύέχεις λαθέψει
αυτός/ή/όέχει λαθέψει
εμείςέχουμε λαθέψει
εσείςέχετε λαθέψει
αυτοί/ές/άέχουν λαθέψει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα λαθέψει
εσύείχες λαθέψει
αυτός/ή/όείχε λαθέψει
εμείςείχαμε λαθέψει
εσείςείχατε λαθέψει
αυτοί/ές/άείχαν λαθέψει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω λαθέψει
εσύθα έχεις λαθέψει
αυτός/ή/όθα έχει λαθέψει
εμείςθα έχουμε λαθέψει
εσείςθα έχετε λαθέψει
αυτοί/ές/άθα έχουν λαθέψει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύλάθεψε
εσείςλαθέψτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύλάθευε
εσείςλαθεύετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα λαθέψω
εσύνα λαθέψεις
αυτός/ή/όνα λαθέψει
εμείςνα λαθέψουμε
εσείςνα λαθέψετε
αυτοί/ές/άνα λαθέψουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα λαθεύω
εσύνα λαθεύεις
αυτός/ή/όνα λαθεύει
εμείςνα λαθεύουμε
εσείςνα λαθεύετε
αυτοί/ές/άνα λαθεύουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω λαθέψει
εσύνα έχεις λαθέψει
αυτός/ή/όνα έχει λαθέψει
εμείςνα έχουμε λαθέψει
εσείςνα έχετε λαθέψει
αυτοί/ές/άνα έχουν λαθέψει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

λαθέψει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

λαθεύοντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

λαθεμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα λάθευα
εσύθα λάθευες
αυτός/ή/όθα λάθευε
εμείςθα λαθεύαμε
εσείςθα λαθεύατε
αυτοί/ές/άθα λάθευαν