BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

λαδώνω

смазывать, умащивать, подкупать

lubricate, oil, bribe

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώλαδώνω
εσύλαδώνεις
αυτός/ή/όλαδώνει
εμείςλαδώνουμε
εσείςλαδώνετε
αυτοί/ές/άλαδώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώλάδωσα
εσύλάδωσες
αυτός/ή/όλάδωσε
εμείςλαδώσαμε
εσείςλαδώσατε
αυτοί/ές/άλάδωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα λαδώσω
εσύθα λαδώσεις
αυτός/ή/όθα λαδώσει
εμείςθα λαδώσουμε
εσείςθα λαδώσετε
αυτοί/ές/άθα λαδώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώλάδωνα
εσύλάδωνες
αυτός/ή/όλάδωνε
εμείςλαδώναμε
εσείςλαδώνατε
αυτοί/ές/άλάδωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα λαδώνω
εσύθα λαδώνεις
αυτός/ή/όθα λαδώνει
εμείςθα λαδώνουμε
εσείςθα λαδώνετε
αυτοί/ές/άθα λαδώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω λαδώσει
εσύέχεις λαδώσει
αυτός/ή/όέχει λαδώσει
εμείςέχουμε λαδώσει
εσείςέχετε λαδώσει
αυτοί/ές/άέχουν λαδώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα λαδώσει
εσύείχες λαδώσει
αυτός/ή/όείχε λαδώσει
εμείςείχαμε λαδώσει
εσείςείχατε λαδώσει
αυτοί/ές/άείχαν λαδώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω λαδώσει
εσύθα έχεις λαδώσει
αυτός/ή/όθα έχει λαδώσει
εμείςθα έχουμε λαδώσει
εσείςθα έχετε λαδώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν λαδώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύλάδωσε
εσείςλαδώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύλάδωνε
εσείςλαδώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα λαδώσω
εσύνα λαδώσεις
αυτός/ή/όνα λαδώσει
εμείςνα λαδώσουμε
εσείςνα λαδώσετε
αυτοί/ές/άνα λαδώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα λαδώνω
εσύνα λαδώνεις
αυτός/ή/όνα λαδώνει
εμείςνα λαδώνουμε
εσείςνα λαδώνετε
αυτοί/ές/άνα λαδώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω λαδώσει
εσύνα έχεις λαδώσει
αυτός/ή/όνα έχει λαδώσει
εμείςνα έχουμε λαδώσει
εσείςνα έχετε λαδώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν λαδώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

λαδώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

λαδώνοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα λάδωνα
εσύθα λάδωνες
αυτός/ή/όθα λάδωνε
εμείςθα λαδώναμε
εσείςθα λαδώνατε
αυτοί/ές/άθα λάδωναν