BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

κυματίζω

колыхаться, волноваться, развеваться

wave, undulate, float

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώκυματίζω
εσύκυματίζεις
αυτός/ή/όκυματίζει
εμείςκυματίζουμε
εσείςκυματίζετε
αυτοί/ές/άκυματίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώκυμάτισα
εσύκυμάτισες
αυτός/ή/όκυμάτισε
εμείςκυματίσαμε
εσείςκυματίσατε
αυτοί/ές/άκυμάτισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα κυματίσω
εσύθα κυματίσεις
αυτός/ή/όθα κυματίσει
εμείςθα κυματίσουμε
εσείςθα κυματίσετε
αυτοί/ές/άθα κυματίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώκυμάτιζα
εσύκυμάτιζες
αυτός/ή/όκυμάτιζε
εμείςκυματίζαμε
εσείςκυματίζατε
αυτοί/ές/άκυμάτιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα κυματίζω
εσύθα κυματίζεις
αυτός/ή/όθα κυματίζει
εμείςθα κυματίζουμε
εσείςθα κυματίζετε
αυτοί/ές/άθα κυματίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω κυματίσει
εσύέχεις κυματίσει
αυτός/ή/όέχει κυματίσει
εμείςέχουμε κυματίσει
εσείςέχετε κυματίσει
αυτοί/ές/άέχουν κυματίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα κυματίσει
εσύείχες κυματίσει
αυτός/ή/όείχε κυματίσει
εμείςείχαμε κυματίσει
εσείςείχατε κυματίσει
αυτοί/ές/άείχαν κυματίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω κυματίσει
εσύθα έχεις κυματίσει
αυτός/ή/όθα έχει κυματίσει
εμείςθα έχουμε κυματίσει
εσείςθα έχετε κυματίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν κυματίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύκυμάτισε
εσείςκυματίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύκυμάτιζε
εσείςκυματίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα κυματίσω
εσύνα κυματίσεις
αυτός/ή/όνα κυματίσει
εμείςνα κυματίσουμε
εσείςνα κυματίσετε
αυτοί/ές/άνα κυματίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα κυματίζω
εσύνα κυματίζεις
αυτός/ή/όνα κυματίζει
εμείςνα κυματίζουμε
εσείςνα κυματίζετε
αυτοί/ές/άνα κυματίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω κυματίσει
εσύνα έχεις κυματίσει
αυτός/ή/όνα έχει κυματίσει
εμείςνα έχουμε κυματίσει
εσείςνα έχετε κυματίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν κυματίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

κυματίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

κυματίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα κυμάτιζα
εσύθα κυμάτιζες
αυτός/ή/όθα κυμάτιζε
εμείςθα κυματίζαμε
εσείςθα κυματίζατε
αυτοί/ές/άθα κυμάτιζαν