BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

κρατάω, κρατώ

неправильный

держать, хранить, задерживать

hold, keep, detain

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώκρατάω, κρατώ
εσύκρατάς
αυτός/ή/όκρατάει, κρατά
εμείςκρατάμε, κρατούμε
εσείςκρατάτε
αυτοί/ές/άκρατάνε, κρατούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώκράτησα
εσύκράτησες
αυτός/ή/όκράτησε
εμείςκρατήσαμε
εσείςκρατήσατε
αυτοί/ές/άκράτησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα κρατήσω
εσύθα κρατήσεις
αυτός/ή/όθα κρατήσει
εμείςθα κρατήσουμε
εσείςθα κρατήσετε
αυτοί/ές/άθα κρατήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώκρατούσα
εσύκρατούσες
αυτός/ή/όκρατούσε
εμείςκρατούσαμε
εσείςκρατούσατε
αυτοί/ές/άκρατούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα κρατάω, κρατώ
εσύθα κρατάς
αυτός/ή/όθα κρατάει, κρατά
εμείςθα κρατάμε, κρατούμε
εσείςθα κρατάτε
αυτοί/ές/άθα κρατάνε, κρατούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω κρατήσει
εσύέχεις κρατήσει
αυτός/ή/όέχει κρατήσει
εμείςέχουμε κρατήσει
εσείςέχετε κρατήσει
αυτοί/ές/άέχουν κρατήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα κρατήσει
εσύείχες κρατήσει
αυτός/ή/όείχε κρατήσει
εμείςείχαμε κρατήσει
εσείςείχατε κρατήσει
αυτοί/ές/άείχαν κρατήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω κρατήσει
εσύθα έχεις κρατήσει
αυτός/ή/όθα έχει κρατήσει
εμείςθα έχουμε κρατήσει
εσείςθα έχετε κρατήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν κρατήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύκράτησε
εσείςκρατήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύκράτα
εσείςκρατάτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα κρατήσω
εσύνα κρατήσεις
αυτός/ή/όνα κρατήσει
εμείςνα κρατήσουμε
εσείςνα κρατήσετε
αυτοί/ές/άνα κρατήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα κρατάω, κρατώ
εσύνα κρατάς
αυτός/ή/όνα κρατάει, κρατά
εμείςνα κρατάμε, κρατούμε
εσείςνα κρατάτε
αυτοί/ές/άνα κρατάνε, κρατούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω κρατήσει
εσύνα έχεις κρατήσει
αυτός/ή/όνα έχει κρατήσει
εμείςνα έχουμε κρατήσει
εσείςνα έχετε κρατήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν κρατήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

κρατήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

κτατώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα κρατούσα
εσύθα κρατούσες
αυτός/ή/όθα κρατούσε
εμείςθα κρατούσαμε
εσείςθα κρατούσατε
αυτοί/ές/άθα κρατούσαν