BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

κρέμομαι

висеть, быть подвешенным

hang, suspended

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώκρέμομαι
εσύκρέμεσαι
αυτός/ή/όκρέμεται
εμείςκρεμόμαστε
εσείςκρέμεστε
αυτοί/ές/άκρέμονται

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώκρεμόμουν
εσύκρεμόσουν
αυτός/ή/όκρεμόταν
εμείςκρεμόμαστε
εσείςκρεμόσαστε
αυτοί/ές/άκρέμονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα κρέμομαι
εσύθα κρέμεσαι
αυτός/ή/όθα κρέμεται
εμείςθα κρεμόμαστε
εσείςθα κρέμεστε
αυτοί/ές/άθα κρέμονται

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςκρέμεστε

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα κρέμομαι
εσύνα κρέμεσαι
αυτός/ή/όνα κρέμεται
εμείςνα κρεμόμαστε
εσείςνα κρέμεστε
αυτοί/ές/άνα κρέμονται