BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

κοψομεσιάζω

изматывать

tire out

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώκοψομεσιάζω
εσύκοψομεσιάζεις
αυτός/ή/όκοψομεσιάζει
εμείςκοψομεσιάζουμε
εσείςκοψομεσιάζετε
αυτοί/ές/άκοψομεσιάζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώκοψομέσιασα
εσύκοψομέσιασες
αυτός/ή/όκοψομέσιασε
εμείςκοψομεσιάσαμε
εσείςκοψομεσιάσατε
αυτοί/ές/άκοψομέσιασαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα κοψομεσιάσω
εσύθα κοψομεσιάσεις
αυτός/ή/όθα κοψομεσιάσει
εμείςθα κοψομεσιάσουμε
εσείςθα κοψομεσιάσετε
αυτοί/ές/άθα κοψομεσιάσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώκοψομέσιαζα
εσύκοψομέσιαζες
αυτός/ή/όκοψομέσιαζε
εμείςκοψομεσιάζαμε
εσείςκοψομεσιάζατε
αυτοί/ές/άκοψομέσιαζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα κοψομεσιάζω
εσύθα κοψομεσιάζεις
αυτός/ή/όθα κοψομεσιάζει
εμείςθα κοψομεσιάζουμε
εσείςθα κοψομεσιάζετε
αυτοί/ές/άθα κοψομεσιάζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω κοψομεσιάσει
εσύέχεις κοψομεσιάσει
αυτός/ή/όέχει κοψομεσιάσει
εμείςέχουμε κοψομεσιάσει
εσείςέχετε κοψομεσιάσει
αυτοί/ές/άέχουν κοψομεσιάσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα κοψομεσιάσει
εσύείχες κοψομεσιάσει
αυτός/ή/όείχε κοψομεσιάσει
εμείςείχαμε κοψομεσιάσει
εσείςείχατε κοψομεσιάσει
αυτοί/ές/άείχαν κοψομεσιάσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω κοψομεσιάσει
εσύθα έχεις κοψομεσιάσει
αυτός/ή/όθα έχει κοψομεσιάσει
εμείςθα έχουμε κοψομεσιάσει
εσείςθα έχετε κοψομεσιάσει
αυτοί/ές/άθα έχουν κοψομεσιάσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύκοψομέσιασε
εσείςκοψομεσιάστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύκοψομέσιαζε
εσείςκοψομεσιάζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα κοψομεσιάσω
εσύνα κοψομεσιάσεις
αυτός/ή/όνα κοψομεσιάσει
εμείςνα κοψομεσιάσουμε
εσείςνα κοψομεσιάσετε
αυτοί/ές/άνα κοψομεσιάσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα κοψομεσιάζω
εσύνα κοψομεσιάζεις
αυτός/ή/όνα κοψομεσιάζει
εμείςνα κοψομεσιάζουμε
εσείςνα κοψομεσιάζετε
αυτοί/ές/άνα κοψομεσιάζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω κοψομεσιάσει
εσύνα έχεις κοψομεσιάσει
αυτός/ή/όνα έχει κοψομεσιάσει
εμείςνα έχουμε κοψομεσιάσει
εσείςνα έχετε κοψομεσιάσει
αυτοί/ές/άνα έχουν κοψομεσιάσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

κοψομεσιάσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

κοψομεσιάζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα κοψομέσιαζα
εσύθα κοψομέσιαζες
αυτός/ή/όθα κοψομέσιαζε
εμείςθα κοψομεσιάζαμε
εσείςθα κοψομεσιάζατε
αυτοί/ές/άθα κοψομέσιαζαν