BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

κουτσομπολεύω

сплетничать

gossip

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώκουτσομπολεύω
εσύκουτσομπολεύεις
αυτός/ή/όκουτσομπολεύει
εμείςκουτσομπολεύουμε
εσείςκουτσομπολεύετε
αυτοί/ές/άκουτσομπολεύουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώκουτσομπόλεψα
εσύκουτσομπόλεψες
αυτός/ή/όκουτσομπόλεψε
εμείςκουτσομπολέψαμε
εσείςκουτσομπολέψατε
αυτοί/ές/άκουτσομπόλεψαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα κουτσομπολέψω
εσύθα κουτσομπολέψεις
αυτός/ή/όθα κουτσομπολέψει
εμείςθα κουτσομπολέψουμε
εσείςθα κουτσομπολέψετε
αυτοί/ές/άθα κουτσομπολέψουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώκουτσομπόλευα
εσύκουτσομπόλευες
αυτός/ή/όκουτσομπόλευε
εμείςκουτσομπολεύαμε
εσείςκουτσομπολεύατε
αυτοί/ές/άκουτσομπόλευαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα κουτσομπολεύω
εσύθα κουτσομπολεύεις
αυτός/ή/όθα κουτσομπολεύει
εμείςθα κουτσομπολεύουμε
εσείςθα κουτσομπολεύετε
αυτοί/ές/άθα κουτσομπολεύουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω κουτσομπολέψει
εσύέχεις κουτσομπολέψει
αυτός/ή/όέχει κουτσομπολέψει
εμείςέχουμε κουτσομπολέψει
εσείςέχετε κουτσομπολέψει
αυτοί/ές/άέχουν κουτσομπολέψει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα κουτσομπολέψει
εσύείχες κουτσομπολέψει
αυτός/ή/όείχε κουτσομπολέψει
εμείςείχαμε κουτσομπολέψει
εσείςείχατε κουτσομπολέψει
αυτοί/ές/άείχαν κουτσομπολέψει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω κουτσομπολέψει
εσύθα έχεις κουτσομπολέψει
αυτός/ή/όθα έχει κουτσομπολέψει
εμείςθα έχουμε κουτσομπολέψει
εσείςθα έχετε κουτσομπολέψει
αυτοί/ές/άθα έχουν κουτσομπολέψει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύκουτσομπόλεψε
εσείςκουτσομπολέψτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύκουτσομπόλευε
εσείςκουτσομπολεύετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα κουτσομπολέψω
εσύνα κουτσομπολέψεις
αυτός/ή/όνα κουτσομπολέψει
εμείςνα κουτσομπολέψουμε
εσείςνα κουτσομπολέψετε
αυτοί/ές/άνα κουτσομπολέψουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα κουτσομπολεύω
εσύνα κουτσομπολεύεις
αυτός/ή/όνα κουτσομπολεύει
εμείςνα κουτσομπολεύουμε
εσείςνα κουτσομπολεύετε
αυτοί/ές/άνα κουτσομπολεύουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω κουτσομπολέψει
εσύνα έχεις κουτσομπολέψει
αυτός/ή/όνα έχει κουτσομπολέψει
εμείςνα έχουμε κουτσομπολέψει
εσείςνα έχετε κουτσομπολέψει
αυτοί/ές/άνα έχουν κουτσομπολέψει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

κουτσομπολέψει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

κουτσομπολεύοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα κουτσομπόλευα
εσύθα κουτσομπόλευες
αυτός/ή/όθα κουτσομπόλευε
εμείςθα κουτσομπολεύαμε
εσείςθα κουτσομπολεύατε
αυτοί/ές/άθα κουτσομπόλευαν