BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Спряжения
Поиск по всем глаголам

κολακεύομαι

быть польщённым

be flattered

Поиск по всем глаголам

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώκολακεύομαι
εσύκολακεύεσαι
αυτός/ή/όκολακεύεται
εμείςκολακευόμαστε
εσείςκολακεύεστε
αυτοί/ές/άκολακεύονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώκολακεύτηκα
εσύκολακεύτηκες
αυτός/ή/όκολακεύτηκε
εμείςκολακευτήκαμε
εσείςκολακευτήκατε
αυτοί/ές/άκολακεύτηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα κολακευτώ
εσύθα κολακευτείς
αυτός/ή/όθα κολακευτεί
εμείςθα κολακευτούμε
εσείςθα κολακευτείτε
αυτοί/ές/άθα κολακευτούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώκολακευόμουν
εσύκολκευόσουν
αυτός/ή/όκολακευόταν
εμείςκολακευόμαστε
εσείςκολακευόσαστε
αυτοί/ές/άκολακεύονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα κολακεύομαι
εσύθα κολακεύεσαι
αυτός/ή/όθα κολακεύεται
εμείςθα κολακευόμαστε
εσείςθα κολακεύεστε
αυτοί/ές/άθα κολακεύονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω κολακευτεί
εσύέχεις κολακευτεί
αυτός/ή/όέχει κολακευτεί
εμείςέχουμε κολακευτεί
εσείςέχετε κολακευτεί
αυτοί/ές/άέχουν κολακευτεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα κολακευτεί
εσύείχες κολακευτεί
αυτός/ή/όείχε κολακευτεί
εμείςείχαμε κολακευτεί
εσείςείχατε κολακευτεί
αυτοί/ές/άείχαν κολακευτεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω κολακευτεί
εσύθα έχεις κολακευτεί
αυτός/ή/όθα έχει κολακευτεί
εμείςθα έχουμε κολακευτεί
εσείςθα έχετε κολακευτεί
αυτοί/ές/άθα έχουν κολακευτεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύκολακέψου
εσείςκολακεφτείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςκολακεύεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα κολακευτώ
εσύνα κολακευτείς
αυτός/ή/όνα κολακευτεί
εμείςνα κολακευτούμε
εσείςνα κολακευτείτε
αυτοί/ές/άνα κολακευτούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα κολακεύομαι
εσύνα κολακεύεσαι
αυτός/ή/όνα κολακεύεται
εμείςνα κολακευόμαστε
εσείςνα κολακεύεστε
αυτοί/ές/άνα κολακεύονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω κολακευτεί
εσύνα έχεις κολακευτεί
αυτός/ή/όνα έχει κολακευτεί
εμείςνα έχουμε κολακευτεί
εσείςνα έχετε κολακευτεί
αυτοί/ές/άνα έχουν κολακευτεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

κολακευτεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα κολακευτώ
εσύθα κολακευτείς
αυτός/ή/όθα κολακευτεί
εμείςθα κολακευτούμε
εσείςθα κολακευτείτε
αυτοί/ές/άθα κολακευτούν