BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

κατασκοπεύω

шпионить

spy

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώκατασκοπεύω
εσύκατασκοπεύεις
αυτός/ή/όκατασκοπεύει
εμείςκατασκοπεύουμε
εσείςκατασκοπεύετε
αυτοί/ές/άκατασκοπεύουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώκατασκόπευσα
εσύκατασκόπευσες
αυτός/ή/όκατασκόπευσε
εμείςκατασκοπεύσαμε
εσείςκατασκοπεύσατε
αυτοί/ές/άκατασκόπευσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα κατασκοπεύσω
εσύθα κατασκοπεύσεις
αυτός/ή/όθα κατασκοπεύσει
εμείςθα κατασκοπεύσουμε
εσείςθα κατασκοπεύσετε
αυτοί/ές/άθα κατασκοπεύσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώκατασκόπευα
εσύκατασκόπευες
αυτός/ή/όκατασκόπευε
εμείςκατασκοπεύαμε
εσείςκατασκοπεύατε
αυτοί/ές/άκατασκόπευαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα κατασκοπεύω
εσύθα κατασκοπεύεις
αυτός/ή/όθα κατασκοπεύει
εμείςθα κατασκοπεύουμε
εσείςθα κατασκοπεύετε
αυτοί/ές/άθα κατασκοπεύουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω κατασκοπεύσει
εσύέχεις κατασκοπεύσει
αυτός/ή/όέχει κατασκοπεύσει
εμείςέχουμε κατασκοπεύσει
εσείςέχετε κατασκοπεύσει
αυτοί/ές/άέχουν κατασκοπεύσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα κατασκοπεύσει
εσύείχες κατασκοπεύσει
αυτός/ή/όείχε κατασκοπεύσει
εμείςείχαμε κατασκοπεύσει
εσείςείχατε κατασκοπεύσει
αυτοί/ές/άείχαν κατασκοπεύσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω κατασκοπεύσει
εσύθα έχεις κατασκοπεύσει
αυτός/ή/όθα έχει κατασκοπεύσει
εμείςθα έχουμε κατασκοπεύσει
εσείςθα έχετε κατασκοπεύσει
αυτοί/ές/άθα έχουν κατασκοπεύσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύκατασκόπευσε
εσείςκατασκοπεύστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύκατασκόπευε
εσείςκατασκοπεύετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα κατασκοπεύσω
εσύνα κατασκοπεύσεις
αυτός/ή/όνα κατασκοπεύσει
εμείςνα κατασκοπεύσουμε
εσείςνα κατασκοπεύσετε
αυτοί/ές/άνα κατασκοπεύσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα κατασκοπεύω
εσύνα κατασκοπεύεις
αυτός/ή/όνα κατασκοπεύει
εμείςνα κατασκοπεύουμε
εσείςνα κατασκοπεύετε
αυτοί/ές/άνα κατασκοπεύουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω κατασκοπεύσει
εσύνα έχεις κατασκοπεύσει
αυτός/ή/όνα έχει κατασκοπεύσει
εμείςνα έχουμε κατασκοπεύσει
εσείςνα έχετε κατασκοπεύσει
αυτοί/ές/άνα έχουν κατασκοπεύσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

κατασκοπεύσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

κατασκοπεύοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα κατασκόπευα
εσύθα κατασκόπευες
αυτός/ή/όθα κατασκόπευε
εμείςθα κατασκοπεύαμε
εσείςθα κατασκοπεύατε
αυτοί/ές/άθα κατασκόπευαν