BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

καταναγκάζομαι

быть вынужденным

be forced

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώκαταναγκάζομαι
εσύκαταναγκάζεσαι
αυτός/ή/όκαταναγκάζεται
εμείςκαταναγκαζόμαστε
εσείςκαταναγκάζεστε
αυτοί/ές/άκαταναγκάζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώκαταναγκάστηκα
εσύκαταναγκάστηκες
αυτός/ή/όκαταναγκάστηκε
εμείςκαταναγκαστήκαμε
εσείςκαταναγκαστήκατε
αυτοί/ές/άκαταναγκάστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα καταναγκαστώ
εσύθα καταναγκαστείς
αυτός/ή/όθα καταναγκαστεί
εμείςθα καταναγκαστούμε
εσείςθα καταναγκαστείτε
αυτοί/ές/άθα καταναγκαστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώκαταναγκαζόμουν
εσύκαταναγκαζόσουν
αυτός/ή/όκαταναγκαζόταν
εμείςκαταναγκαζόμαστε
εσείςκαταναγκαζόσαστε
αυτοί/ές/άκαταναγκάζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα καταναγκάζομαι
εσύθα καταναγκάζεσαι
αυτός/ή/όθα καταναγκάζεται
εμείςθα καταναγκαζόμαστε
εσείςθα καταναγκάζεστε
αυτοί/ές/άθα καταναγκάζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω καταναγκαστεί
εσύέχεις καταναγκαστεί
αυτός/ή/όέχει καταναγκαστεί
εμείςέχουμε καταναγκαστεί
εσείςέχετε καταναγκαστεί
αυτοί/ές/άέχουν καταναγκαστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα καταναγκαστεί
εσύείχες καταναγκαστεί
αυτός/ή/όείχε καταναγκαστεί
εμείςείχαμε καταναγκαστεί
εσείςείχατε καταναγκαστεί
αυτοί/ές/άείχαν καταναγκαστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω καταναγκαστεί
εσύθα έχεις καταναγκαστεί
αυτός/ή/όθα έχει καταναγκαστεί
εμείςθα έχουμε καταναγκαστεί
εσείςθα έχετε καταναγκαστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν καταναγκαστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύκαταναγκάσου
εσείςκαταναγκαστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςκαταναγκάζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα καταναγκαστώ
εσύνα καταναγκαστείς
αυτός/ή/όνα καταναγκαστεί
εμείςνα καταναγκαστούμε
εσείςνα καταναγκαστείτε
αυτοί/ές/άνα καταναγκαστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα καταναγκάζομαι
εσύνα καταναγκάζεσαι
αυτός/ή/όνα καταναγκάζεται
εμείςνα καταναγκαζόμαστε
εσείςνα καταναγκάζεστε
αυτοί/ές/άνα καταναγκάζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω καταναγκαστεί
εσύνα έχεις καταναγκαστεί
αυτός/ή/όνα έχει καταναγκαστεί
εμείςνα έχουμε καταναγκαστεί
εσείςνα έχετε καταναγκαστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν καταναγκαστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

καταναγκαστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα καταναγκαστώ
εσύθα καταναγκαστείς
αυτός/ή/όθα καταναγκαστεί
εμείςθα καταναγκαστούμε
εσείςθα καταναγκαστείτε
αυτοί/ές/άθα καταναγκαστούν