BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

κατακτάω, κατακτώ

завоёвывать, приобретать

conquer, gain

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώκατακτάω, κατακτώ
εσύκατακτάς
αυτός/ή/όκατακτάει, κατακτά
εμείςκατακτάμε, κατακτούμε
εσείςκατακτάτε
αυτοί/ές/άκατακτάνε, κατακτούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώκατέκτησα
εσύκατέκτησες
αυτός/ή/όκατέκτησε
εμείςκατακτήσαμε
εσείςκατακτήσατε
αυτοί/ές/άκατέκτησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα κατακτήσω
εσύθα κατακτήσεις
αυτός/ή/όθα κατακτήσει
εμείςθα κατακτήσουμε
εσείςθα κατακτήσετε
αυτοί/ές/άθα κατακτήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώκατακτούσα
εσύκατακτούσες
αυτός/ή/όκατακτούσε
εμείςκατακτούσαμε
εσείςκατακτούσατε
αυτοί/ές/άκατακτούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα κατακτάω, κατακτώ
εσύθα κατακτάς
αυτός/ή/όθα κατακτάει, κατακτά
εμείςθα κατακτάμε, κατακτούμε
εσείςθα κατακτάτε
αυτοί/ές/άθα κατακτάνε, κατακτούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω κατακτήσει
εσύέχεις κατακτήσει
αυτός/ή/όέχει κατακτήσει
εμείςέχουμε κατακτήσει
εσείςέχετε κατακτήσει
αυτοί/ές/άέχουν κατακτήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα κατακτήσει
εσύείχες κατακτήσει
αυτός/ή/όείχε κατακτήσει
εμείςείχαμε κατακτήσει
εσείςείχατε κατακτήσει
αυτοί/ές/άείχαν κατακτήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω κατακτήσει
εσύθα έχεις κατακτήσει
αυτός/ή/όθα έχει κατακτήσει
εμείςθα έχουμε κατακτήσει
εσείςθα έχετε κατακτήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν κατακτήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύκατάκτησε
εσείςκατακτήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύκατάκτα
εσείςκατακτάτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα κατακτήσω
εσύνα κατακτήσεις
αυτός/ή/όνα κατακτήσει
εμείςνα κατακτήσουμε
εσείςνα κατακτήσετε
αυτοί/ές/άνα κατακτήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα κατακτάω, κατακτώ
εσύνα κατακτάς
αυτός/ή/όνα κατακτάει, κατακτά
εμείςνα κατακτάμε, κατακτούμε
εσείςνα κατακτάτε
αυτοί/ές/άνα κατακτάνε, κατακτούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω κατακτήσει
εσύνα έχεις κατακτήσει
αυτός/ή/όνα έχει κατακτήσει
εμείςνα έχουμε κατακτήσει
εσείςνα έχετε κατακτήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν κατακτήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

κατακτήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

κατακτώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα κατακτούσα
εσύθα κατακτούσες
αυτός/ή/όθα κατακτούσε
εμείςθα κατακτούσαμε
εσείςθα κατακτούσατε
αυτοί/ές/άθα κατακτούσαν