BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

καταδέχομαι

снисходить, удостаивать

condescend, deign

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώκαταδέχομαι
εσύκαταδέχεσαι
αυτός/ή/όκαταδέχεται
εμείςκαταδεχόμαστε
εσείςκαταδέχεστε
αυτοί/ές/άκαταδέχονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώκαταδέχτηκα
εσύκαταδέχτηκες
αυτός/ή/όκαταδέχτηκε
εμείςκαταδεχτήκαμε
εσείςκαταδεχτήκατε
αυτοί/ές/άκαταδέχτηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα καταδεχτώ
εσύθα καταδεχτείς
αυτός/ή/όθα καταδεχτεί
εμείςθα καταδεχτούμε
εσείςθα καταδεχτείτε
αυτοί/ές/άθα καταδεχτούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώκαταδεχόμουν
εσύκαταδεχόσουν
αυτός/ή/όκαταδεχόταν
εμείςκαταδεχόμαστε
εσείςκαταδεχόσαστε
αυτοί/ές/άκαταδέχονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα καταδέχομαι
εσύθα καταδέχεσαι
αυτός/ή/όθα καταδέχεται
εμείςθα καταδεχόμαστε
εσείςθα καταδέχεστε
αυτοί/ές/άθα καταδέχονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω καταδεχτεί
εσύέχεις καταδεχτεί
αυτός/ή/όέχει καταδεχτεί
εμείςέχουμε καταδεχτεί
εσείςέχετε καταδεχτεί
αυτοί/ές/άέχουν καταδεχτεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα καταδεχτεί
εσύείχες καταδεχτεί
αυτός/ή/όείχε καταδεχτεί
εμείςείχαμε καταδεχτεί
εσείςείχατε καταδεχτεί
αυτοί/ές/άείχαν καταδεχτεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω καταδεχτεί
εσύθα έχεις καταδεχτεί
αυτός/ή/όθα έχει καταδεχτεί
εμείςθα έχουμε καταδεχτεί
εσείςθα έχετε καταδεχτεί
αυτοί/ές/άθα έχουν καταδεχτεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύκαταδέξου
εσείςκαταδεχτείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςκαταδέχεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα καταδεχτώ
εσύνα καταδεχτείς
αυτός/ή/όνα καταδεχτεί
εμείςνα καταδεχτούμε
εσείςνα καταδεχτείτε
αυτοί/ές/άνα καταδεχτούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα καταδέχομαι
εσύνα καταδέχεσαι
αυτός/ή/όνα καταδέχεται
εμείςνα καταδεχόμαστε
εσείςνα καταδέχεστε
αυτοί/ές/άνα καταδέχονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω καταδεχτεί
εσύνα έχεις καταδεχτεί
αυτός/ή/όνα έχει καταδεχτεί
εμείςνα έχουμε καταδεχτεί
εσείςνα έχετε καταδεχτεί
αυτοί/ές/άνα έχουν καταδεχτεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

καταδεχτεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα καταδεχτώ
εσύθα καταδεχτείς
αυτός/ή/όθα καταδεχτεί
εμείςθα καταδεχτούμε
εσείςθα καταδεχτείτε
αυτοί/ές/άθα καταδεχτούν