BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

κατέχω

владеть, занимать

possess, occupy

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώκατέχω
εσύκατέχεις
αυτός/ή/όκατέχει
εμείςκατέχουμε
εσείςκατέχετε
αυτοί/ές/άκατέχουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώκατείχα
εσύκατείχες
αυτός/ή/όκατείχε
εμείςκατείχαμε
εσείςκατείχατε
αυτοί/ές/άκατείχαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα κατέχω
εσύθα κατέχεις
αυτός/ή/όθα κατέχει
εμείςθα κατέχουμε
εσείςθα κατέχετε
αυτοί/ές/άθα κατέχουν

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύκάτεχε
εσείςκατέχετε

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα κατέχω
εσύνα κατέχεις
αυτός/ή/όνα κατέχει
εμείςνα κατέχουμε
εσείςνα κατέχετε
αυτοί/ές/άνα κατέχουν

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

κατέχοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα κατείχα
εσύθα κατείχες
αυτός/ή/όθα κατείχε
εμείςθα κατείχαμε
εσείςθα κατείχατε
αυτοί/ές/άθα κατείχαν