BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

καπνίζω

курить

smoke

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώκαπνίζω
εσύκαπνίζεις
αυτός/ή/όκαπνίζει
εμείςκαπνίζουμε
εσείςκαπνίζετε
αυτοί/ές/άκαπνίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώκάπνισα
εσύκάπνισες
αυτός/ή/όκάπνισε
εμείςκαπνίσαμε
εσείςκαπνίσατε
αυτοί/ές/άκάπνισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα καπνίσω
εσύθα καπνίσεις
αυτός/ή/όθα καπνίσει
εμείςθα καπνίσουμε
εσείςθα καπνίσετε
αυτοί/ές/άθα καπνίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώκάπνιζα
εσύκάπνιζες
αυτός/ή/όκάπνιζε
εμείςκαπνίζαμε
εσείςκαπνίζατε
αυτοί/ές/άκάπνιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα καπνίζω
εσύθα καπνίζεις
αυτός/ή/όθα καπνίζει
εμείςθα καπνίζουμε
εσείςθα καπνίζετε
αυτοί/ές/άθα καπνίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω καπνίσει
εσύέχεις καπνίσει
αυτός/ή/όέχει καπνίσει
εμείςέχουμε καπνίσει
εσείςέχετε καπνίσει
αυτοί/ές/άέχουν καπνίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα καπνίσει
εσύείχες καπνίσει
αυτός/ή/όείχε καπνίσει
εμείςείχαμε καπνίσει
εσείςείχατε καπνίσει
αυτοί/ές/άείχαν καπνίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω καπνίσει
εσύθα έχεις καπνίσει
αυτός/ή/όθα έχει καπνίσει
εμείςθα έχουμε καπνίσει
εσείςθα έχετε καπνίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν καπνίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύκάπνισε
εσείςκαπνίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύκάπνιζε
εσείςκαπνίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα καπνίσω
εσύνα καπνίσεις
αυτός/ή/όνα καπνίσει
εμείςνα καπνίσουμε
εσείςνα καπνίσετε
αυτοί/ές/άνα καπνίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα καπνίζω
εσύνα καπνίζεις
αυτός/ή/όνα καπνίζει
εμείςνα καπνίζουμε
εσείςνα καπνίζετε
αυτοί/ές/άνα καπνίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω καπνίσει
εσύνα έχεις καπνίσει
αυτός/ή/όνα έχει καπνίσει
εμείςνα έχουμε καπνίσει
εσείςνα έχετε καπνίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν καπνίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

καπνίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

καπνίζοντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

καπνισμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα κάπνιζα
εσύθα κάπνιζες
αυτός/ή/όθα κάπνιζε
εμείςθα καπνίζαμε
εσείςθα καπνίζατε
αυτοί/ές/άθα κάπνιζαν