BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

κανονίζω

регулировать, улаживать, устраивать

regulate, settle, arrange

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώκανονίζω
εσύκανονίζεις
αυτός/ή/όκανονίζει
εμείςκανονίζουμε
εσείςκανονίζετε
αυτοί/ές/άκανονίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώκανόνισα
εσύκανόνισες
αυτός/ή/όκανόνισε
εμείςκανονίσαμε
εσείςκανονίσατε
αυτοί/ές/άκανόνισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα κανονίσω
εσύθα κανονίσεις
αυτός/ή/όθα κανονίσει
εμείςθα κανονίσουμε
εσείςθα κανονίσετε
αυτοί/ές/άθα κανονίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώκανόνιζα
εσύκανόνιζες
αυτός/ή/όκανόνιζε
εμείςκανονίζαμε
εσείςκανονίζατε
αυτοί/ές/άκανόνιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα κανονίζω
εσύθα κανονίζεις
αυτός/ή/όθα κανονίζει
εμείςθα κανονίζουμε
εσείςθα κανονίζετε
αυτοί/ές/άθα κανονίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω κανονίσει
εσύέχεις κανονίσει
αυτός/ή/όέχει κανονίσει
εμείςέχουμε κανονίσει
εσείςέχετε κανονίσει
αυτοί/ές/άέχουν κανονίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα κανονίσει
εσύείχες κανονίσει
αυτός/ή/όείχε κανονίσει
εμείςείχαμε κανονίσει
εσείςείχατε κανονίσει
αυτοί/ές/άείχαν κανονίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω κανονίσει
εσύθα έχεις κανονίσει
αυτός/ή/όθα έχει κανονίσει
εμείςθα έχουμε κανονίσει
εσείςθα έχετε κανονίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν κανονίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύκανόνισε
εσείςκανονίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύκανόνιζε
εσείςκανονίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα κανονίσω
εσύνα κανονίσεις
αυτός/ή/όνα κανονίσει
εμείςνα κανονίσουμε
εσείςνα κανονίσετε
αυτοί/ές/άνα κανονίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα κανονίζω
εσύνα κανονίζεις
αυτός/ή/όνα κανονίζει
εμείςνα κανονίζουμε
εσείςνα κανονίζετε
αυτοί/ές/άνα κανονίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω κανονίσει
εσύνα έχεις κανονίσει
αυτός/ή/όνα έχει κανονίσει
εμείςνα έχουμε κανονίσει
εσείςνα έχετε κανονίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν κανονίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

κανονίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

κανονίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα κανόνιζα
εσύθα κανόνιζες
αυτός/ή/όθα κανόνιζε
εμείςθα κανονίζαμε
εσείςθα κανονίζατε
αυτοί/ές/άθα κανόνιζαν