BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

καλησπερίζω

желать доброго вечера

good evening

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώκαλησπερίζω
εσύκαλησπερίζεις
αυτός/ή/όκαλησπερίζει
εμείςκαλησπερίζουμε
εσείςκαλησπερίζετε
αυτοί/ές/άκαλησπερίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώκαλησπέρισα
εσύκαλησπέρισες
αυτός/ή/όκαλησπέρισε
εμείςκαλησπερίσαμε
εσείςκαλησπερίσατε
αυτοί/ές/άκαλησπέρισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα καλησπερίσω
εσύθα καλησπερίσεις
αυτός/ή/όθα καλησπερίσει
εμείςθα καλησπερίσουμε
εσείςθα καλησπερίσετε
αυτοί/ές/άθα καλησπερίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώκαλησπέριζα
εσύκαλησπέριζες
αυτός/ή/όκαλησπέριζε
εμείςκαλησπερίζαμε
εσείςκαλησπερίζατε
αυτοί/ές/άκαλησπέριζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα καλησπερίζω
εσύθα καλησπερίζεις
αυτός/ή/όθα καλησπερίζει
εμείςθα καλησπερίζουμε
εσείςθα καλησπερίζετε
αυτοί/ές/άθα καλησπερίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω καλησπερίσει
εσύέχεις καλησπερίσει
αυτός/ή/όέχει καλησπερίσει
εμείςέχουμε καλησπερίσει
εσείςέχετε καλησπερίσει
αυτοί/ές/άέχουν καλησπερίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα καλησπερίσει
εσύείχες καλησπερίσει
αυτός/ή/όείχε καλησπερίσει
εμείςείχαμε καλησπερίσει
εσείςείχατε καλησπερίσει
αυτοί/ές/άείχαν καλησπερίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω καλησπερίσει
εσύθα έχεις καλησπερίσει
αυτός/ή/όθα έχει καλησπερίσει
εμείςθα έχουμε καλησπερίσει
εσείςθα έχετε καλησπερίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν καλησπερίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύκαλησπέρισε
εσείςκαλησπερίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύκαλησπέριζε
εσείςκαλησπερίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα καλησπερίσω
εσύνα καλησπερίσεις
αυτός/ή/όνα καλησπερίσει
εμείςνα καλησπερίσουμε
εσείςνα καλησπερίσετε
αυτοί/ές/άνα καλησπερίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα καλησπερίζω
εσύνα καλησπερίζεις
αυτός/ή/όνα καλησπερίζει
εμείςνα καλησπερίζουμε
εσείςνα καλησπερίζετε
αυτοί/ές/άνα καλησπερίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω καλησπερίσει
εσύνα έχεις καλησπερίσει
αυτός/ή/όνα έχει καλησπερίσει
εμείςνα έχουμε καλησπερίσει
εσείςνα έχετε καλησπερίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν καλησπερίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

καλησπερίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

καλησπερίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα καλησπέριζα
εσύθα καλησπέριζες
αυτός/ή/όθα καλησπέριζε
εμείςθα καλησπερίζαμε
εσείςθα καλησπερίζατε
αυτοί/ές/άθα καλησπέριζαν