BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

καθρεφτίζω

отражать, зеркально отображать

reflect, mirror

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώκαθρεφτίζω
εσύκαθρεφτίζεις
αυτός/ή/όκαθρεφτίζει
εμείςκαθρεφτίζουμε
εσείςκαθρεφτίζετε
αυτοί/ές/άκαθρεφτίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώκαθρέφτισα
εσύκαθρέφτισες
αυτός/ή/όκαθρέφτισε
εμείςκαθρεφτίσαμε
εσείςκαθρεφτίσατε
αυτοί/ές/άκαθρέφτισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα καθρεφτίσω
εσύθα καθρεφτίσεις
αυτός/ή/όθα καθρεφτίσει
εμείςθα καθρεφτίσουμε
εσείςθα καθρεφτίσετε
αυτοί/ές/άθα καθρεφτίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώκαθρέφτιζα
εσύκαθρέφτιζες
αυτός/ή/όκαθρέφτιζε
εμείςκαθρεφτίζαμε
εσείςκαθρεφτίζατε
αυτοί/ές/άκαθρέφτιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα καθρεφτίζω
εσύθα καθρεφτίζεις
αυτός/ή/όθα καθρεφτίζει
εμείςθα καθρεφτίζουμε
εσείςθα καθρεφτίζετε
αυτοί/ές/άθα καθρεφτίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω καθρεφτίσει
εσύέχεις καθρεφτίσει
αυτός/ή/όέχει καθρεφτίσει
εμείςέχουμε καθρεφτίσει
εσείςέχετε καθρεφτίσει
αυτοί/ές/άέχουν καθρεφτίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα καθρεφτίσει
εσύείχες καθρεφτίσει
αυτός/ή/όείχε καθρεφτίσει
εμείςείχαμε καθρεφτίσει
εσείςείχατε καθρεφτίσει
αυτοί/ές/άείχαν καθρεφτίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω καθρεφτίσει
εσύθα έχεις καθρεφτίσει
αυτός/ή/όθα έχει καθρεφτίσει
εμείςθα έχουμε καθρεφτίσει
εσείςθα έχετε καθρεφτίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν καθρεφτίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύκαθρέφτισε
εσείςκαθρεφτίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύκαθρέφτιζε
εσείςκαθρεφτίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα καθρεφτίσω
εσύνα καθρεφτίσεις
αυτός/ή/όνα καθρεφτίσει
εμείςνα καθρεφτίσουμε
εσείςνα καθρεφτίσετε
αυτοί/ές/άνα καθρεφτίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα καθρεφτίζω
εσύνα καθρεφτίζεις
αυτός/ή/όνα καθρεφτίζει
εμείςνα καθρεφτίζουμε
εσείςνα καθρεφτίζετε
αυτοί/ές/άνα καθρεφτίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω καθρεφτίσει
εσύνα έχεις καθρεφτίσει
αυτός/ή/όνα έχει καθρεφτίσει
εμείςνα έχουμε καθρεφτίσει
εσείςνα έχετε καθρεφτίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν καθρεφτίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

καθρεφτίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

καθρεφτίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα καθρέφτιζα
εσύθα καθρέφτιζες
αυτός/ή/όθα καθρέφτιζε
εμείςθα καθρεφτίζαμε
εσείςθα καθρεφτίζατε
αυτοί/ές/άθα καθρέφτιζαν