BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

καθοδηγούμαι

направлять себя, вести себя

guide myself, lead myself

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώκαθοδηγούμαι
εσύκαθοδηγείσαι
αυτός/ή/όκαθοδηγείται
εμείςκαθοδηγούμαστε
εσείςκαθοδηγείστε
αυτοί/ές/άκαθοδηγούνται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώκαθοδηγήθηκα
εσύκαθοδηγήθηκες
αυτός/ή/όκαθοδηγήθηκε
εμείςκαθοδηγηθήκαμε
εσείςκαθοδηγηθήκατε
αυτοί/ές/άκαθοδηγήθηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα καθοδηγηθώ
εσύθα καθοδηγηθείς
αυτός/ή/όθα καθοδηγηθεί
εμείςθα καθοδηγηθούμε
εσείςθα καθοδηγηθείτε
αυτοί/ές/άθα καθοδηγηθούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώκαθοδηγούμουν
εσύκαθοδηγούσουν
αυτός/ή/όκαθοδηγούνταν
εμείςκαθοδηγούμαστε
εσείςκαθοδηγούσαστε
αυτοί/ές/άκαθοδηγούνταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα καθοδηγούμαι
εσύθα καθοδηγείσαι
αυτός/ή/όθα καθοδηγείται
εμείςθα καθοδηγούμαστε
εσείςθα καθοδηγείστε
αυτοί/ές/άθα καθοδηγούνται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω καθοδηγηθεί
εσύέχεις καθοδηγηθεί
αυτός/ή/όέχει καθοδηγηθεί
εμείςέχουμε καθοδηγηθεί
εσείςέχετε καθοδηγηθεί
αυτοί/ές/άέχουν καθοδηγηθεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα καθοδηγηθεί
εσύείχες καθοδηγηθεί
αυτός/ή/όείχε καθοδηγηθεί
εμείςείχαμε καθοδηγηθεί
εσείςείχατε καθοδηγηθεί
αυτοί/ές/άείχαν καθοδηγηθεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω καθοδηγηθεί
εσύθα έχεις καθοδηγηθεί
αυτός/ή/όθα έχει καθοδηγηθεί
εμείςθα έχουμε καθοδηγηθεί
εσείςθα έχετε καθοδηγηθεί
αυτοί/ές/άθα έχουν καθοδηγηθεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύκαθοδηγήσου
εσείςκαθοδηγηθείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςκαθοδηγείστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα καθοδηγηθώ
εσύνα καθοδηγηθείς
αυτός/ή/όνα καθοδηγηθεί
εμείςνα καθοδηγηθούμε
εσείςνα καθοδηγηθείτε
αυτοί/ές/άνα καθοδηγηθούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα καθοδηγούμαι
εσύνα καθοδηγείσαι
αυτός/ή/όνα καθοδηγείται
εμείςνα καθοδηγούμαστε
εσείςνα καθοδηγείστε
αυτοί/ές/άνα καθοδηγούνται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω καθοδηγηθεί
εσύνα έχεις καθοδηγηθεί
αυτός/ή/όνα έχει καθοδηγηθεί
εμείςνα έχουμε καθοδηγηθεί
εσείςνα έχετε καθοδηγηθεί
αυτοί/ές/άνα έχουν καθοδηγηθεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

καθοδηγηθεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα καθοδηγηθώ
εσύθα καθοδηγηθείς
αυτός/ή/όθα καθοδηγηθεί
εμείςθα καθοδηγηθούμε
εσείςθα καθοδηγηθείτε
αυτοί/ές/άθα καθοδηγηθούν