BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

κάθομαι

неправильный

сидеть, оставаться

sit, stay

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώκάθομαι
εσύκάθεσαι
αυτός/ή/όκάθεται
εμείςκαθόμαστε
εσείςκάθεστε
αυτοί/ές/άκάθονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώκάθισα
εσύκάθισες
αυτός/ή/όκάθισε
εμείςκαθίσαμε
εσείςκαθίσατε
αυτοί/ές/άκάθισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα καθίσω
εσύθα καθίσεις
αυτός/ή/όθα καθίσει
εμείςθα καθίσουμε
εσείςθα καθίσετε
αυτοί/ές/άθα καθίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώκαθόμουν
εσύκαθόσουν
αυτός/ή/όκαθόταν
εμείςκαθόμαστε
εσείςκαθόσαστε
αυτοί/ές/άκάθονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα κάθομαι
εσύθα κάθεσαι
αυτός/ή/όθα κάθεται
εμείςθα καθόμαστε
εσείςθα κάθεστε
αυτοί/ές/άθα κάθονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω καθίσει
εσύέχεις καθίσει
αυτός/ή/όέχει καθίσει
εμείςέχουμε καθίσει
εσείςέχετε καθίσει
αυτοί/ές/άέχουν καθίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα καθίσει
εσύείχες καθίσει
αυτός/ή/όείχε καθίσει
εμείςείχαμε καθίσει
εσείςείχατε καθίσει
αυτοί/ές/άείχαν καθίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω καθίσει
εσύθα έχεις καθίσει
αυτός/ή/όθα έχει καθίσει
εμείςθα έχουμε καθίσει
εσείςθα έχετε καθίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν καθίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύκάθισε
εσείςκαθίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςκάθεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα καθίσω
εσύνα καθίσεις
αυτός/ή/όνα καθίσει
εμείςνα καθίσουμε
εσείςνα καθίσετε
αυτοί/ές/άνα καθίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα κάθομαι
εσύνα κάθεσαι
αυτός/ή/όνα κάθεται
εμείςνα καθόμαστε
εσείςνα κάθεστε
αυτοί/ές/άνα κάθονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω καθίσει
εσύνα έχεις καθίσει
αυτός/ή/όνα έχει καθίσει
εμείςνα έχουμε καθίσει
εσείςνα έχετε καθίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν καθίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

καθίσει