BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Спряжения
Поиск по всем глаголам

ιχνογραφώ

чертить, рисовать, делать набросок

draft, draw, sketch

Поиск по всем глаголам

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώιχνογραφώ
εσύιχνογραφείς
αυτός/ή/όιχνογραφεί
εμείςιχνογραφούμε
εσείςιχνογραφείτε
αυτοί/ές/άιχνογραφούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώιχνογράφησα
εσύιχνογράφησες
αυτός/ή/όιχνογράφησε
εμείςιχνογραφήσαμε
εσείςιχνογραφήσατε
αυτοί/ές/άιχνογράφησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ιχνογραφήσω
εσύθα ιχνογραφήσεις
αυτός/ή/όθα ιχνογραφήσει
εμείςθα ιχνογραφήσουμε
εσείςθα ιχνογραφήσετε
αυτοί/ές/άθα ιχνογραφήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώιχνογραφούσα
εσύιχνογραφούσες
αυτός/ή/όιχνογραφούσε
εμείςιχνογραφούσαμε
εσείςιχνογραφούσατε
αυτοί/ές/άιχνογραφούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ιχνογραφώ
εσύθα ιχνογραφείς
αυτός/ή/όθα ιχνογραφεί
εμείςθα ιχνογραφούμε
εσείςθα ιχνογραφείτε
αυτοί/ές/άθα ιχνογραφούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ιχνογραφήσει
εσύέχεις ιχνογραφήσει
αυτός/ή/όέχει ιχνογραφήσει
εμείςέχουμε ιχνογραφήσει
εσείςέχετε ιχνογραφήσει
αυτοί/ές/άέχουν ιχνογραφήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ιχνογραφήσει
εσύείχες ιχνογραφήσει
αυτός/ή/όείχε ιχνογραφήσει
εμείςείχαμε ιχνογραφήσει
εσείςείχατε ιχνογραφήσει
αυτοί/ές/άείχαν ιχνογραφήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ιχνογραφήσει
εσύθα έχεις ιχνογραφήσει
αυτός/ή/όθα έχει ιχνογραφήσει
εμείςθα έχουμε ιχνογραφήσει
εσείςθα έχετε ιχνογραφήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν ιχνογραφήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύιχνογράφησε
εσείςιχνογραφήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςιχνογραφείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ιχνογραφήσω
εσύνα ιχνογραφήσεις
αυτός/ή/όνα ιχνογραφήσει
εμείςνα ιχνογραφήσουμε
εσείςνα ιχνογραφήσετε
αυτοί/ές/άνα ιχνογραφήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ιχνογραφώ
εσύνα ιχνογραφείς
αυτός/ή/όνα ιχνογραφεί
εμείςνα ιχνογραφούμε
εσείςνα ιχνογραφείτε
αυτοί/ές/άνα ιχνογραφούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ιχνογραφήσει
εσύνα έχεις ιχνογραφήσει
αυτός/ή/όνα έχει ιχνογραφήσει
εμείςνα έχουμε ιχνογραφήσει
εσείςνα έχετε ιχνογραφήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν ιχνογραφήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ιχνογραφήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ιχνογραφώντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

ιχνογραφημένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ιχνογραφούσα
εσύθα ιχνογραφούσες
αυτός/ή/όθα ιχνογραφούσε
εμείςθα ιχνογραφούσαμε
εσείςθα ιχνογραφούσατε
αυτοί/ές/άθα ιχνογραφούσαν