BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ιχνηλατώ

выслеживать

I track down

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώιχνηλατώ
εσύιχνηλατείς
αυτός/ή/όιχνηλατεί
εμείςιχνηλατούμε
εσείςιχνηλατείτε
αυτοί/ές/άιχνηλατούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώιχνηλάτησα
εσύιχνηλάτησες
αυτός/ή/όιχνηλάτησε
εμείςιχνηλατήσαμε
εσείςιχνηλατήσατε
αυτοί/ές/άιχνηλάτησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ιχνηλατήσω
εσύθα ιχνηλατήσεις
αυτός/ή/όθα ιχνηλατήσει
εμείςθα ιχνηλατήσουμε
εσείςθα ιχνηλατήσετε
αυτοί/ές/άθα ιχνηλατήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώιχνηλατούσα
εσύιχνηλατούσες
αυτός/ή/όιχνηλατούσε
εμείςιχνηλατούσαμε
εσείςιχνηλατούσατε
αυτοί/ές/άιχνηλατούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ιχνηλατώ
εσύθα ιχνηλατείς
αυτός/ή/όθα ιχνηλατεί
εμείςθα ιχνηλατούμε
εσείςθα ιχνηλατείτε
αυτοί/ές/άθα ιχνηλατούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ιχνηλατήσει
εσύέχεις ιχνηλατήσει
αυτός/ή/όέχει ιχνηλατήσει
εμείςέχουμε ιχνηλατήσει
εσείςέχετε ιχνηλατήσει
αυτοί/ές/άέχουν ιχνηλατήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ιχνηλατήσει
εσύείχες ιχνηλατήσει
αυτός/ή/όείχε ιχνηλατήσει
εμείςείχαμε ιχνηλατήσει
εσείςείχατε ιχνηλατήσει
αυτοί/ές/άείχαν ιχνηλατήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ιχνηλατήσει
εσύθα έχεις ιχνηλατήσει
αυτός/ή/όθα έχει ιχνηλατήσει
εμείςθα έχουμε ιχνηλατήσει
εσείςθα έχετε ιχνηλατήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν ιχνηλατήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύιχνηλάτησε
εσείςιχνηλατήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςιχνηλατείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ιχνηλατήσω
εσύνα ιχνηλατήσεις
αυτός/ή/όνα ιχνηλατήσει
εμείςνα ιχνηλατήσουμε
εσείςνα ιχνηλατήσετε
αυτοί/ές/άνα ιχνηλατήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ιχνηλατώ
εσύνα ιχνηλατείς
αυτός/ή/όνα ιχνηλατεί
εμείςνα ιχνηλατούμε
εσείςνα ιχνηλατείτε
αυτοί/ές/άνα ιχνηλατούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ιχνηλατήσει
εσύνα έχεις ιχνηλατήσει
αυτός/ή/όνα έχει ιχνηλατήσει
εμείςνα έχουμε ιχνηλατήσει
εσείςνα έχετε ιχνηλατήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν ιχνηλατήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ιχνηλατήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ιχνηλατώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ιχνηλατούσα
εσύθα ιχνηλατούσες
αυτός/ή/όθα ιχνηλατούσε
εμείςθα ιχνηλατούσαμε
εσείςθα ιχνηλατούσατε
αυτοί/ές/άθα ιχνηλατούσαν