BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ιεραρχούμαι

быть приоритизированным, классифицироваться, упорядочиваться

be prioritized, be classified, be put in order

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώιεραρχούμαι
εσύιεραρχείσαι
αυτός/ή/όιεραρχείται
εμείςιεραρχούμαστε
εσείςιεραρχείστε
αυτοί/ές/άιεραρχούνται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώιεραρχήθηκα
εσύιεραρχήθηκες
αυτός/ή/όιεραρχήθηκε
εμείςιεραρχηθήκαμε
εσείςιεραρχηθήκατε
αυτοί/ές/άιεραρχήθηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ιεραρχηθώ
εσύθα ιεραρχηθείς
αυτός/ή/όθα ιεραρχηθεί
εμείςθα ιεραρχηθούμε
εσείςθα ιεραρχηθείτε
αυτοί/ές/άθα ιεραρχηθούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώιεραρχούμουν
εσύιεραρχούσουν
αυτός/ή/όιεραρχούνταν
εμείςιεραρχούμαστε
εσείςιεραρχούσαστε
αυτοί/ές/άιεραρχούνταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ιεραρχούμαι
εσύθα ιεραρχείσαι
αυτός/ή/όθα ιεραρχείται
εμείςθα ιεραρχούμαστε
εσείςθα ιεραρχείστε
αυτοί/ές/άθα ιεραρχούνται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ιεραρχηθεί
εσύέχεις ιεραρχηθεί
αυτός/ή/όέχει ιεραρχηθεί
εμείςέχουμε ιεραρχηθεί
εσείςέχετε ιεραρχηθεί
αυτοί/ές/άέχουν ιεραρχηθεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ιεραρχηθεί
εσύείχες ιεραρχηθεί
αυτός/ή/όείχε ιεραρχηθεί
εμείςείχαμε ιεραρχηθεί
εσείςείχατε ιεραρχηθεί
αυτοί/ές/άείχαν ιεραρχηθεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ιεραρχηθεί
εσύθα έχεις ιεραρχηθεί
αυτός/ή/όθα έχει ιεραρχηθεί
εμείςθα έχουμε ιεραρχηθεί
εσείςθα έχετε ιεραρχηθεί
αυτοί/ές/άθα έχουν ιεραρχηθεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύιεραρχήσου
εσείςιεραρχηθείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςιεραρχείστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ιεραρχηθώ
εσύνα ιεραρχηθείς
αυτός/ή/όνα ιεραρχηθεί
εμείςνα ιεραρχηθούμε
εσείςνα ιεραρχηθείτε
αυτοί/ές/άνα ιεραρχηθούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ιεραρχούμαι
εσύνα ιεραρχείσαι
αυτός/ή/όνα ιεραρχείται
εμείςνα ιεραρχούμαστε
εσείςνα ιεραρχείστε
αυτοί/ές/άνα ιεραρχούνται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ιεραρχηθεί
εσύνα έχεις ιεραρχηθεί
αυτός/ή/όνα έχει ιεραρχηθεί
εμείςνα έχουμε ιεραρχηθεί
εσείςνα έχετε ιεραρχηθεί
αυτοί/ές/άνα έχουν ιεραρχηθεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ιεραρχηθεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ιεραρχηθώ
εσύθα ιεραρχηθείς
αυτός/ή/όθα ιεραρχηθεί
εμείςθα ιεραρχηθούμε
εσείςθα ιεραρχηθείτε
αυτοί/ές/άθα ιεραρχηθούν