BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ιδρώνω

потеть

sweat, perspire

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώιδρώνω
εσύιδρώνεις
αυτός/ή/όιδρώνει
εμείςιδρώνουμε
εσείςιδρώνετε
αυτοί/ές/άιδρώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώίδρωσα
εσύίδρωσες
αυτός/ή/όίδρωσε
εμείςιδρώσαμε
εσείςιδρώσατε
αυτοί/ές/άίδρωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ιδρώσω
εσύθα ιδρώσεις
αυτός/ή/όθα ιδρώσει
εμείςθα ιδρώσουμε
εσείςθα ιδρώσετε
αυτοί/ές/άθα ιδρώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώίδρωνα
εσύίδρωνες
αυτός/ή/όίδρωνε
εμείςιδρώναμε
εσείςιδρώνατε
αυτοί/ές/άίδρωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ιδρώνω
εσύθα ιδρώνεις
αυτός/ή/όθα ιδρώνει
εμείςθα ιδρώνουμε
εσείςθα ιδρώνετε
αυτοί/ές/άθα ιδρώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ιδρώσει
εσύέχεις ιδρώσει
αυτός/ή/όέχει ιδρώσει
εμείςέχουμε ιδρώσει
εσείςέχετε ιδρώσει
αυτοί/ές/άέχουν ιδρώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ιδρώσει
εσύείχες ιδρώσει
αυτός/ή/όείχε ιδρώσει
εμείςείχαμε ιδρώσει
εσείςείχατε ιδρώσει
αυτοί/ές/άείχαν ιδρώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ιδρώσει
εσύθα έχεις ιδρώσει
αυτός/ή/όθα έχει ιδρώσει
εμείςθα έχουμε ιδρώσει
εσείςθα έχετε ιδρώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν ιδρώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύίδρωσε
εσείςιδρώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύίδρωνε
εσείςιδρώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ιδρώσω
εσύνα ιδρώσεις
αυτός/ή/όνα ιδρώσει
εμείςνα ιδρώσουμε
εσείςνα ιδρώσετε
αυτοί/ές/άνα ιδρώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ιδρώνω
εσύνα ιδρώνεις
αυτός/ή/όνα ιδρώνει
εμείςνα ιδρώνουμε
εσείςνα ιδρώνετε
αυτοί/ές/άνα ιδρώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ιδρώσει
εσύνα έχεις ιδρώσει
αυτός/ή/όνα έχει ιδρώσει
εμείςνα έχουμε ιδρώσει
εσείςνα έχετε ιδρώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν ιδρώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ιδρώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ιδρώνοντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

ιδρωμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ίδρωνα
εσύθα ίδρωνες
αυτός/ή/όθα ίδρωνε
εμείςθα ιδρώναμε
εσείςθα ιδρώνατε
αυτοί/ές/άθα ίδρωναν